ΔΝΤ: «Κούφιες» οι ελληνικές εξαγωγές – Μόλις 43 σεντς μένουν στην οικονομία για κάθε 1 ευρώ
Το ΔΝΤ εντοπίζει χαμηλή προστιθέμενη αξία, ιδιωτική ανισορροπία αποταμίευσης–επενδύσεων και δομικά εμπόδια που περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επαναφέρει στο προσκήνιο μια από τις πιο αδύναμες πλευρές της ελληνικής οικονομίας: το διαχρονικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Παρά την εντυπωσιακή αύξηση των εξαγωγών την περίοδο 2019–2024, το Ταμείο υπογραμμίζει ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν βρίσκεται στον όγκο των εξαγωγών, αλλά στη χαμηλή εγχώρια προστιθέμενη αξία τους. Για κάθε 1 ευρώ που εξάγεται, μόλις 43 σεντς παραμένουν στην ελληνική οικονομία, με το υπόλοιπο να «φεύγει» στο εξωτερικό μέσω εισαγόμενων πρώτων υλών και ενδιάμεσων προϊόντων.
Σύμφωνα με την ανάλυση του ΔΝΤ, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών δεν οφείλεται πλέον στο Δημόσιο, όπως συνέβαινε πριν από την κρίση, αλλά σε μια ιδιωτική ανισορροπία αποταμίευσης–επενδύσεων. Οι μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις εμφανίζουν αρνητικό ισοζύγιο λόγω αυξημένων επενδύσεων που δεν συνοδεύονται από αντίστοιχη αποταμίευση, ενώ τα νοικοκυριά εξακολουθούν να αποταμιεύουν ελάχιστα, πιεσμένα από το υψηλό κόστος ζωής και τη χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας.
Παρά το γεγονός ότι οι εξαγωγές έχουν σχεδόν διπλασιαστεί ως ποσοστό του ΑΕΠ από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η συμβολή τους στη μείωση του εμπορικού ελλείμματος παραμένει περιορισμένη. Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι η ελληνική εξαγωγική βάση παραμένει συγκεντρωμένη σε κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως τα πετρελαιοειδή, τα μέταλλα και τα αγροτικά προϊόντα. Ακόμη και οι πιο δυναμικοί τομείς, όπως τα φάρμακα και τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, δεν έχουν ακόμη καταφέρει να δημιουργήσουν σημαντική εγχώρια αξία.
Η έκθεση αναδεικνύει και τα τέσσερα βασικά δομικά εμπόδια που κρατούν τις ελληνικές επιχειρήσεις πίσω: τη γραφειοκρατία και τα υψηλά διοικητικά βάρη, τον έντονο ανταγωνισμό από την παραοικονομία, την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και τη δυσκολία πρόσβασης στη χρηματοδότηση. Πολλοί από τους σχετικούς δείκτες, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, κατατάσσουν την Ελλάδα στις χειρότερες επιδόσεις της ΕΕ.
Το ΔΝΤ προτείνει ένα στοχευμένο μείγμα πολιτικών για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας: απλοποίηση διαδικασιών, μείωση του κόστους συμμόρφωσης, επένδυση στις δεξιότητες του εργατικού δυναμικού, διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας και ενίσχυση της ενιαίας αγοράς της ΕΕ, ώστε να μειωθεί το κόστος χρηματοδότησης και να κινητοποιηθούν επενδυτικά κεφάλαια.
Η ανάλυση καταλήγει ότι η Ελλάδα, παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα διαρθρωτικό πρόβλημα που περιορίζει την εξωστρέφεια και την ανάπτυξη. Η ενίσχυση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας στις εξαγωγές αποτελεί κεντρικό ζητούμενο για τη βιώσιμη βελτίωση της εξωτερικής θέσης της χώρας.