Εταιρεία–«βιτρίνα» με εικονικά τιμολόγια «έφαγε πόρτα» στη ΔΕΔ

Εταιρεία–«βιτρίνα» με εικονικά τιμολόγια «έφαγε πόρτα» στη ΔΕΔ
58 / 100 SEO Score

Ανύπαρκτη δραστηριότητα, άμεσες αναλήψεις και παραδοχές του διαχειριστή

Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών απέρριψε την προσφυγή επιχείρησης χονδρικού εμπορίου ένδυσης και υποδημάτων στη Θεσσαλονίκη, επικυρώνοντας τους φορολογικούς καταλογισμούς που προέκυψαν από έλεγχο για λήψη εικονικών παραστατικών. Η υπόθεση αφορά τη χρήση του 2019 και ξεκίνησε έπειτα από πληροφοριακό δελτίο της ΥΕΔΔΕ Θεσσαλονίκης, το οποίο οδήγησε σε ενδελεχή έρευνα γύρω από τη δραστηριότητα της εκδότριας εταιρείας.

Σύμφωνα με τα πορίσματα του ελέγχου , η εταιρεία που εξέδιδε τα τιμολόγια λειτουργούσε μόνο τυπικά, χωρίς πραγματική επιχειρηματική υπόσταση. Δεν διέθετε λειτουργική έδρα, προσωπικό, εξοπλισμό, μεταφορικά μέσα ή αποθέματα, ενώ δεν είχαν καταγραφεί αγορές, εισαγωγές ή ενδοκοινοτικές αποκτήσεις που θα δικαιολογούσαν τις πωλήσεις που εμφανίζονταν στα φορολογικά στοιχεία. Η ΔΕΔ έκρινε ότι δεν υπήρχε ούτε η απαιτούμενη τεχνογνωσία ούτε οργανωτική δομή για να στηριχθεί η δήθεν εμπορική δραστηριότητα.

Η προσφεύγουσα επιχείρηση υποστήριξε ότι οι συναλλαγές ήταν πραγματικές, ότι τα εμπορεύματα παραλαμβάνονταν και μεταπωλούνταν κανονικά και ότι οι πληρωμές γίνονταν μέσω τραπεζικού συστήματος. Επικαλέστηκε επίσης ότι είχε ελέγξει τον προμηθευτή ως προς ΑΦΜ, έδρα και λοιπά στοιχεία, ενεργώντας –όπως ανέφερε– καλόπιστα. Ωστόσο, τα επιχειρήματα αυτά δεν έγιναν δεκτά.

Καθοριστικό ρόλο στην απόφαση είχαν οι τραπεζικές κινήσεις της εκδότριας εταιρείας. Τα ποσά που κατατίθεντο στους λογαριασμούς της αναλαμβάνονταν άμεσα, χωρίς να χρησιμοποιούνται για λειτουργικές ανάγκες ή εξόφληση προμηθευτών. Οι ελεγκτικές αρχές εκτίμησαν ότι οι κινήσεις αυτές στόχευαν στη δημιουργία επίπλαστης εικόνας πραγματικών συναλλαγών, ενισχύοντας τη νομιμοφάνεια των παραστατικών.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στις καταθέσεις του διαχειριστή της εταιρείας, ο οποίος φέρεται να παραδέχθηκε ότι δεν είχε επιχειρηματική εμπειρία ή γνώση του αντικειμένου, ενώ περιέγραψε διαδικασίες ανάληψης χρημάτων και παράδοσής τους σε τρίτα πρόσωπα. Όπως καταγράφεται, ακόμη και οι προσλήψεις και οι συμβάσεις γίνονταν τυπικά, αποκλειστικά για να δημιουργείται η εντύπωση ενεργής λειτουργίας.

Με βάση όλα τα παραπάνω, η φορολογική διοίκηση κατέληξε ότι η εταιρεία ήταν «συναλλακτικά ανύπαρκτη», λειτουργώντας αποκλειστικά για την έκδοση και λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι και τα παραστατικά που έλαβε η προσφεύγουσα επιχείρηση αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές, με τη ΔΕΔ να επικυρώνει πλήρως τους καταλογισμούς.

ΠΗΓΗ