Ο τοκογλύφος της γειτονιάς και ο τοκογλύφος με άδεια λειτουργίας: Πώς ένα νομικό κατασκεύασμα προστατεύει το τραπεζικό ολιγοπώλιο από τον ανταγωνισμό και από τη δικαιοσύνη
Γράφει ο Αντιπρόεδρος της ΥΠΕΡΒΑΣΗΣ και Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Λεωνίδας Χρ. Στάμος
Στο ελληνικό δίκαιο υπάρχει μια γραμμή που δεν επιτρέπεται να περάσεις. Αν δανείσεις τον γείτονά σου με επιτόκιο πάνω από το ανώτατο θεμιτό όριο που ορίζει η εκάστοτε Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου, διαπράττεις τοκογλυφία. Το άρθρο 293 του Αστικού Κώδικα προσδιορίζει το ανώτατο όριο, το άρθρο 281 του ίδιου Κώδικα ακυρώνει τη συμφωνία ως καταχρηστική, ο Ποινικός Κώδικας σε στέλνει στο εδώλιο. Η ratio είναι κατανοητή και κοινωνικά δίκαιη: το κράτος προστατεύει τον οικονομικά αδύναμο από την εκμετάλλευση.
Την ίδια στιγμή, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες χρεώνουν στις πιστωτικές κάρτες επιτόκια 15-20%, στα καταναλωτικά δάνεια διψήφια ποσοστά, στα overdraft ακόμη υψηλότερα. Νομίμως. Η δικαιολογία της θεωρίας και της νομολογίας είναι γνωστή: οι τράπεζες υπόκεινται σε αυστηρή εποπτεία, φέρουν κεφαλαιακές απαιτήσεις, λειτουργικό κόστος συμμόρφωσης, ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο. Άρα δικαιούνται διαφορετική μεταχείριση.
Το επιχείρημα θα ήταν πειστικό αν αντιστοιχούσε στην πραγματικότητα. Δεν αντιστοιχεί.
Το ντοκουμέντο που αποκαλύπτει τον μηχανισμό
Το 2001, ο Άρειος Πάγος, με την υπ’ αρ. 1219/2001 απόφασή του (Δ’ Πολιτικό Τμήμα), έκρινε καταχρηστικό γενικό όρο πιστωτικής κάρτας που επέτρεπε σε τράπεζα να χρεώνει συμβατικό τόκο 28,44% χωρίς εκ των προτέρων κριτήρια. Σημαντικότερη όμως από την ίδια την κρίση ήταν μια «παρεμπίπτουσα σκέψη» του Δικαστηρίου: ότι «ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος στην ελεύθερη διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων είναι η συμπίεσή τους κάτω από τα όρια των εξωτραπεζικών» και ότι «η συμφωνία για επιτόκια που υπερβαίνουν τα ανώτατα αυτά όρια δεν παύει να απαγορεύεται από τον νόμο (ΑΚ 281)».
Με απλά λόγια: το ανώτατο δικαστήριο της χώρας υπαινίχθηκε ότι και οι τράπεζες δεν μπορούν, καταρχήν, να υπερβαίνουν τα ανώτατα όρια που ισχύουν για τους ιδιώτες δανειστές.

Η αντίδραση ήρθε αστραπιαία. Τον Μάρτιο του 2002, ο Πρόεδρος της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών απευθύνθηκε εγγράφως στον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Λουκά Παπαδήμο ζητώντας «διευκρινίσεις». Στις 23 Μαΐου 2002, ο Διοικητής απάντησε με την υπ’ αρ. πρωτ. 1375 επιστολή του — μια επιστολή υπερασπιστική των τραπεζών, η οποία επικαλείται γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου της ίδιας της Τράπεζας της Ελλάδος (πρακτικά Ν.Ζ. 798/1995 και Ν.Ζ. 853/2002).
Η επιχειρηματολογία του Νομικού Συμβουλίου της εποπτεύουσας αρχής αξίζει να αναγνωσθεί προσεκτικά. Πρώτον, υποστηρίζει ότι η μη θέσπιση ανώτατου ορίου για τα τραπεζικά επιτόκια συνιστά «ηθελημένη αρνητική ρύθμιση» που «δεν δημιουργεί νομοθετικό κενό». Νομικό τέχνασμα κλασικού τύπου: η παράλειψη μετατρέπεται σε θετική επιλογή ώστε να αποκλειστεί η αναλογική εφαρμογή άλλων διατάξεων.
Δεύτερον — και εδώ φτάνουμε στο πιο εντυπωσιακό σημείο — επιχειρεί να επανερμηνεύσει τον ίδιο τον Άρειο Πάγο. Διαβάζουμε επί λέξει στο πρακτικό 853/2002: «το Συμβούλιο φρονεί ότι η παρεμπίπτουσα σκέψη του Αρείου Πάγου δεν μπορεί να έχει αυτήν την έννοια γενίκευσης». Δηλαδή το Νομικό Συμβούλιο της εποπτεύουσας αρχής αποφαίνεται ότι ο Άρειος Πάγος, στην πραγματικότητα, δεν εννοούσε αυτό που έγραψε. Πρόκειται για οργανωμένη απόπειρα αδρανοποίησης δικαστικής απόφασης μέσω «αυθεντικής ερμηνείας» από όργανο της εκτελεστικής/εποπτικής λειτουργίας.
Όλα αυτά τα έγγραφα — απόφαση Αρείου Πάγου, επιστολή Διοικητή ΤτΕ, γνωμοδοτήσεις Νομικού Συμβουλίου ΤτΕ — εκδόθηκαν συγκεντρωμένα από την ίδια την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, ως εργαλείο νομικής υπεράσπισης για χρήση στα δικαστήρια.
Τα νούμερα που η ΤτΕ απέφυγε να σχολιάσει
Στην ίδια επιστολή, ο Διοικητής Παπαδήμος επιχειρεί να δείξει ότι «κατά κανόνα» τα τραπεζικά επιτόκια είναι χαμηλότερα των εξωτραπεζικών. Παραθέτει στοιχεία Φεβρουαρίου 2002: μέσος όρος τραπεζικών επιτοκίων για καταναλωτικά δάνεια 12,90%, με μέγιστο 15,90%, ενώ τα εξωτραπεζικά δικαιοπρακτικά ήταν 9,25% και υπερημερίας 11,25%.
Το επιχείρημα αυτοακυρώνεται. Με τα ίδια τα νούμερα της επιστολής, το ανώτατο τραπεζικό επιτόκιο καταναλωτικού δανείου (15,90%) ήταν πάνω από 70% υψηλότερο του ανώτατου εξωτραπεζικού δικαιοπρακτικού (9,25%). Δηλαδή ένας ιδιώτης που θα χρέωνε 12% θα ήταν τοκογλύφος, ενώ μια τράπεζα που χρέωνε 15,90% λειτουργούσε «κατά κανόνα».

Η κατάρρευση της θεωρίας μέσα από την πραγματικότητα
Η θεωρητική θεμελίωση της ασυμμετρίας στηρίζεται σε τρεις πυλώνες: την «αυστηρή εποπτεία», την «κεφαλαιακή επάρκεια», και τις «ευρωπαϊκές δεσμεύσεις». Ας τους εξετάσουμε στο φως της ελληνικής πραγματικότητας.
Οι ίδιες τράπεζες χρειάστηκαν τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις σε λιγότερο από μια δεκαετία — 2013, 2014, 2015 — με συνολικό κόστος που ξεπέρασε τα 45 δισεκατομμύρια ευρώ από τον Έλληνα φορολογούμενο μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Αν η περιβόητη εποπτεία λειτουργούσε όπως διατείνεται, δεν θα χρειαζόταν ούτε μία. Χρειάστηκαν τρεις. Στη συνέχεια, όταν το Δημόσιο πούλησε τα ποσοστά του στις τέσσερις συστημικές, εισέπραξε ένα κλάσμα όσων είχε επενδύσει. Η διαφορά αποτέλεσε καθαρή μεταφορά πλούτου από τους φορολογούμενους σε ιδιώτες επενδυτές — μια από τις μεγαλύτερες σιωπηλές αναδιανομές πλούτου της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Το «κεφάλαιο» που δεν είναι κεφάλαιο
Υπάρχει και κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό. Σήμερα, σημαντικό μέρος των εποπτικών κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών αποτελείται από αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred Tax Credits) — δηλαδή υποσχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ότι θα τους επιστρέψει φόρους στο μέλλον. Δεν είναι πραγματικό κεφάλαιο, είναι λογιστική εγγραφή που εξαρτάται από τη φερεγγυότητα του ίδιου του κράτους — του ίδιου κράτους που το 2012 προχώρησε στο PSI, στο μεγαλύτερο «κούρεμα» κρατικού χρέους στην ιστορία της παγκόσμιας οικονομίας, διαγράφοντας περίπου 107 δισεκατομμύρια ευρώ από τις υποχρεώσεις του προς ιδιώτες ομολογιούχους.
Η ειρωνεία εδώ είναι σχεδόν τέλεια στην κυκλικότητά της. Το PSI του 2012 ήταν ακριβώς ο λόγος που οι ελληνικές τράπεζες κατέρρευσαν — κατείχαν τεράστια ποσά ελληνικών ομολόγων και υπέστησαν ζημιές της τάξης των 38 δισεκατομμυρίων ευρώ. Αυτό προκάλεσε την πρώτη ανακεφαλαιοποίηση του 2013, που πληρώθηκε από τον φορολογούμενο. Οι ζημιές αυτές, λογιστικά, μετατράπηκαν σε αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις — δηλαδή σε νέες υποσχέσεις του ίδιου κράτους που μόλις είχε αποδείξει ότι δεν τιμά τις υποσχέσεις του.
Αξίζει να σημειωθεί κάτι ακόμη πιο αποκαλυπτικό για τη χρονική σύμπτωση των γεγονότων. Ο μηχανισμός μέσω του οποίου οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις των ελληνικών τραπεζών μετατρέπονται σε «οριστική απαίτηση έναντι του Ελληνικού Δημοσίου» — και άρα σε αναγνωρίσιμο εποπτικό κεφάλαιο κατά την έννοια της Βασιλείας — δεν προϋπήρχε. Νομοθετήθηκε εκ των υστέρων, ειδικά για να καλύψει την τρύπα. Η αρχική διάταξη ήρθε με τον Ν. 4172/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος), αλλά η κρίσιμη μετατροπή θεσπίστηκε με το άρθρο 23 του Ν. 4302/2014, που πρόσθεσε το περίφημο άρθρο 27Α στον Κώδικα. Με απλά λόγια: το ελληνικό κράτος, αμέσως μετά το PSI και την πρώτη ανακεφαλαιοποίηση, νομοθέτησε μια κατασκευή που μετέτρεπε λογιστικές ζημιές σε «απαιτήσεις» έναντι του εαυτού του, τις οποίες στη συνέχεια οι τράπεζες θα μπορούσαν να εμφανίζουν ως κεφάλαιο. Δεν επρόκειτο για προϋπάρχοντα μηχανισμό που κατά τύχη βόλεψε. Επρόκειτο για ad hoc κατασκευή σχεδιασμένη ακριβώς για τη συγκεκριμένη ανάγκη.

Η κλίμακα της κατασκευής αξίζει αναφοράς. Το συνολικό DTC των ελληνικών τραπεζών ανέρχεται σήμερα σε περίπου 15,6 δισεκατομμύρια ευρώ — ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 15% του συνολικού DTC ολόκληρου του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος. Η Ελλάδα, με ΑΕΠ που αντιπροσωπεύει λιγότερο από 1,5% του ευρωπαϊκού, συγκεντρώνει το 15% αυτού που οι ίδιοι οι τραπεζικοί αναλυτές χαρακτηρίζουν «λογιστικό αέρα» στα ευρωπαϊκά τραπεζικά κεφάλαια. Σε ορισμένες συστημικές τράπεζες, το DTC αντιπροσωπεύει πάνω από το 50% των εποπτικών κεφαλαίων — δηλαδή το ένα δεύτερο της «κεφαλαιακής επάρκειας» δεν είναι παρά λογιστική εγγραφή που εξαρτάται από τη φερεγγυότητα του ίδιου κράτους που το 2012 κούρεψε τους ομολογιούχους του κατά 53,5%.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM) γνωρίζουν αυτή την κατάσταση. Την έχουν επισημάνει επανειλημμένα. Την ανέχονται γιατί η εναλλακτική θα ήταν μια τέταρτη ανακεφαλαιοποίηση που δεν υπάρχει πολιτική όρεξη να χρηματοδοτηθεί. Έτσι, διατηρείται μια λογιστική φαντασίωση: τράπεζες με κεφάλαια που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν, εποπτευόμενες από αρχές που το γνωρίζουν, σε ένα σύστημα όπου όλοι προσποιούνται.
Όσο για τις «ευρωπαϊκές δεσμεύσεις» που υποτίθεται ότι απαγορεύουν τον καθορισμό ανώτατων ορίων, ας σημειωθεί απλώς ότι η Γαλλία διατηρεί το taux de l’usure, η Γερμανία εφαρμόζει αυστηρές διατάξεις περί Wucher, και πολλά άλλα ευρωπαϊκά κράτη διαθέτουν μηχανισμούς προστασίας από υπερβολικά τραπεζικά επιτόκια. Η επίκληση του άρθρου 4 της Συνθήκης ως δήθεν εμπόδιο είναι νομική προβολή που δεν αντέχει σε συγκριτικό έλεγχο.
Η σύνθεση του προβλήματος
Έχουμε λοιπόν ένα σύστημα όπου μια τράπεζα, της οποίας τα «κεφάλαια» είναι εν μέρει υπόσχεση του Δημοσίου, και η οποία διασώθηκε τρεις φορές με δημόσιο χρήμα, μπορεί να χρεώνει επιτόκια που αν τα ζητούσε ένας ιδιώτης δανειστής θα οδηγούσαν σε ποινική δίωξη.
Όταν το ανώτατο δικαστήριο της χώρας τόλμησε να υπαινιχθεί ότι αυτή η ασυμμετρία ίσως δεν είναι απόλυτη, η εποπτεύουσα αρχή κινητοποιήθηκε όχι για να προστατεύσει τον δανειολήπτη, αλλά για να υπερασπιστεί τις εποπτευόμενες, εκδίδοντας γνωμοδοτήσεις που «επανερμήνευαν» τη δικαστική κρίση. Η Ένωση των ίδιων των τραπεζών εξέδωσε αυτές τις γνωμοδοτήσεις σε επίσημο τόμο για χρήση στα δικαστήρια — μετατρέποντας την «εποπτεία» σε εργαλείο της εποπτευόμενης βιομηχανίας.
Δεν πρόκειται για ανταγωνιστική αγορά. Πρόκειται για νομοθετικά κατοχυρωμένο ολιγοπώλιο τεσσάρων παικτών με κρατική σιωπηρή εγγύηση, του οποίου τα προνόμια προστατεύονται από έναν θεσμικό μηχανισμό όπου η εποπτεύουσα αρχή λειτουργεί ως νομικός σύμβουλος των εποπτευόμενων.
Τα ερωτήματα που οφείλει να τεθούν
Με ποιο επιχείρημα δικαιολογείται αυτή η ασυμμετρία;
Αν η απάντηση είναι «λόγω εποπτείας», τα γεγονότα την ακυρώνουν: τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις σε δέκα χρόνια αποδεικνύουν ότι η εποπτεία απέτυχε στον πιο βασικό της σκοπό.
Αν είναι «λόγω κεφαλαιακής επάρκειας», η αναβαλλόμενη φορολογία την υπονομεύει: λογιστικές υποσχέσεις δεν είναι κεφάλαιο, ιδίως όταν προέρχονται από κράτος που έχει ήδη κουρέψει τις προηγούμενες υποσχέσεις του.
Αν είναι «λόγω ευρωπαϊκού πλαισίου», η συγκριτική εμπειρία τη διαψεύδει: άλλα ευρωπαϊκά κράτη προστατεύουν τους πολίτες τους χωρίς να παραβιάζουν τις Συνθήκες.
Αν είναι «λόγω της φύσης των τραπεζικών εργασιών», όπως ισχυρίζεται το Νομικό Συμβούλιο της ΤτΕ — τότε γιατί η ίδια η εποπτεύουσα αρχή χρειάστηκε να επανερμηνεύσει τον Άρειο Πάγο για να επιβάλει αυτή την «αυτονόητη» ερμηνεία;
Η αλήθεια είναι απλούστερη και πιο δυσάρεστη. Η διαφορετική μεταχείριση δεν στηρίζεται σε νομική αναγκαιότητα αλλά σε πολιτική επιλογή: τη διατήρηση ενός τραπεζικού συστήματος «too big to fail» που απολαμβάνει σιωπηρές κρατικές εγγυήσεις και ταυτόχρονα είναι απαλλαγμένο από τους περιορισμούς που ισχύουν για κάθε άλλον δανειστή στην οικονομία.
Όσο αυτή η πολιτική επιλογή δεν αμφισβητείται δημόσια — όσο κανένα κόμμα δεν θέτει το ζήτημα στο επίπεδο που του αρμόζει, ως ζήτημα ανταγωνισμού, ισονομίας και προστασίας του πολίτη — ο τοκογλύφος της γειτονιάς θα συνεχίσει να πηγαίνει φυλακή, και ο τοκογλύφος με άδεια λειτουργίας θα συνεχίσει να μοιράζει μερίσματα, ανακεφαλαιωμένος με τα χρήματα όσων δανείζει με 15%.