Επιτρέπεται η κριτική προς τους δικαστές;

Επιτρέπεται η κριτική προς τους δικαστές;
63 / 100 SEO Score

Του δικηγόρου Γεωργίου Ι. Μάτσου

Η ανακοίνωση της Ένωσης Εισαγγελέων που καταδίκασε τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών ο οποίος ζήτησε παραίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έθεσε εκ νέου το ζήτημα του αποδεκτού της κριτικής προς τη Δικαιοσύνη.

Καταρχάς ο κυβερνητικός εκπρόσωπος “απαγόρευσε” την κριτική προς τη Δικαιοσύνη.

Η Ένωση Εισαγγελέων χαρακτήρισε το αίτημα του ΔΣΑ ως “θεσμική εκτροπή”, “εκτός κάθε συνταγματικά και νομοθετικά προβλεπόμενου πλαισίου”, που “συνιστά ευθεία και ανεπίτρεπτη παρέμβαση στη λειτουργία της Δικαιοσύνης”.

Αν ισχύουν αυτά, τότε ο ΔΣΑ έχει διαπράξει κάτι σαν πραξικόπημα. Διότι “θεσμική εκτροπή” είναι κατά βάση τα πραξικοπήματα.

Αν όμως δεν ισχύουν αυτά, τότε ατόπημα διαπράττει η Ένωση Εισαγγελέων.

Το ζήτημα έχει επιλυθεί προ πολλού από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στην πολύ ενδιαφέρουσα απόφασή του “Morice κατά Γαλλίας” (αριθμός προσφυγής: 29369/10) της 23-4-2015.

Τα πραγματικά περιστατικά της σχεδόν κινηματογραφικού χαρακτήρα εκείνης υπόθεσης ξεκίνησαν το 1995 με τον θάνατο του Γάλλου δικαστή Bernand Borrel στο Τζιμπουτί, όπου ευρισκόταν σε διπλωματική αποστολή ως τεχνικός σύμβουλος στο τζιμπουτιανό υπουργείο Δικαιοσύνης.

Οι τζιμπουτιανές αρχές χαρακτήρισαν υπερβολικά γρήγορα τον θάνατο ως αυτοκτονία. Οι γαλλικές αρχές αρχικώς συμφώνησαν. Όμως η χήρα και τα δύο ανήλικα παιδιά τού Borrel κινήθηκαν δικαστικά το 1997 θεωρώντας το περιστατικό ως δολοφονία.

Την υπόθεση ανέλαβαν δύο Γάλλοι ανακριτές, που σταδιακά επέδειξαν μεροληψία, κυρίως στην εξέταση ενός Τζιμπουτιανού πρώην αξιωματικού ως μάρτυρα το 1999.

Όταν η χήρα και ο δικηγόρος της, κ. Morice, πέτυχαν τελικά την αντικατάστασή τους, οι δύο ανακριτές δεν παρέδωσαν προς τον επόμενο ανακριτή σημαντική βιντεοληψία από τον τόπο θανάτου.

Στον φάκελο μάλιστα όπου κανονικά θα βρισκόταν το βίντεο, βρέθηκε χειρόγραφο σημείωμα του ανωτάτου εισαγγελέα του Τζιμπουτί προς τη μία ανακρίτρια:

“Γεια σου Marie-Paule,”

“Όπως συμφωνήσαμε, σου στέλνω τη βιντεοκασέτα από την επίσκεψη στην περιοχή Goubet. Ελπίζω η εικόνα να είναι αρκετά καθαρή.”

“Παρακολούθησα τη σειρά ‘Sans aucun doute’ [‘Χωρίς αμφιβολία’] στο TF1. Παρατήρησα ξανά, πώς η κα. Borrel και οι δικηγόροι της είναι αποφασισμένοι να συνεχίσουν να ενορχηστρώνουν χειραγώγηση”.

“Θα σου τηλεφωνήσω σύντομα. Τους χαιρετισμούς μου στον Roger [σ.σ. δεύτερο ανακριτή] αν επέστρεψε και επίσης στον J.C. [D.].”

“Θα τα πούμε σύντομα.”

“Πολλές ευχές,”

“DJAMA” (παρ. 32 της απόφασης).

Όταν μαθεύτηκε το χειρόγραφο σημείωμα, ο δικηγόρος κ. Morice κατέθεσε (6-9-2000) αναφορά κατά των δύο πρώην ανακριτών, υποστηρίζοντας ότι το σημείωμα αποκάλυπτε “συνένοχη οικειότητα, απρόσμενη και θλιβερή, καθώς ο εισαγγελέας ήταν άμεσα υφιστάμενος της εκτελεστικής εξουσίας, της οποίας ο επικεφαλής ήταν ‘πολύ ανοικτά και πολύ σοβαρά ύποπτος ως ηθικός αυτουργός της δολοφονίας Borell’.” (παρ. 33).

Στις 8-9-2000, η Le Monde δημοσίευσε δηλώσεις του κ. Morice ότι οι δύο Γάλλοι δικαστές συμπεριφέρθηκαν “εντελώς αντίθετα προς τις αρχές της αμεροληψίας και της δικαιοσύνης”, ενώ το σημείωμα έδειχνε την “έκταση της συνενοχής” τους με τον Τζιμπουτιανό εισαγγελέα (παρ. 34).

Οι δικαστές υπέβαλαν μήνυση κατά του δικηγόρου, που καταδικάστηκε για δυσφήμηση πρωτοδίκως, στο εφετείο, καθώς και στο γαλλικό Ανώτατο Δικαστήριο.

Το 2013 το Πέμπτο Τμήμα του ΕΔΔΑ απέρριψε ότι παραβιάστηκε η ελευθερία έκφρασης του κ. Morice. Ο τελευταίος άσκησε αναίρεση. Η υπόθεση κρίθηκε εκ νέου στη Διευρυμένη Σύνθεση του ΕΔΔΑ.

Η Διευρυμένη Σύνθεση έκρινε καταρχάς (παρ. 128) ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να “απολαμβάνει δημόσιας εμπιστοσύνης” και, συνεπώς, οφείλει να προστατεύεται από “βαρέως επιβλαβείς επιθέσεις που είναι ουσιαστικώς αβάσιμες”. Τούτο μάλιστα ειδικώς ενόψει του ότι “οι επικρινόμενοι δικαστές υποχρεούνται σε διακριτική συμπεριφορά που τους απαγορεύει να απαντούν”.

Αμέσως παρακάτω, όμως, το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι “σε μια δημοκρατική κοινωνία, τα ποινικά δικαστήρια πρέπει να εμπνέουν εμπιστοσύνη όχι μόνον στον κατηγορούμενο, αλλά και στην κοινή γνώμη”.

dikaiosini

Συνεπώς οι δικαστές, όντες τμήμα θεμελιώδους κρατικής λειτουργίας, πρέπει “να υπόκεινται ως τέτοιοι σε προσωπική κριτική στα [παραπάνω] επιτρεπτά όρια και όχι μόνον σε θεωρητικό και γενικό πλαίσιο. Όταν συνεπώς ενεργούν στο πλαίσιο του αξιώματός τους, υπόκεινται σε ευρύτερα όρια αποδεκτής κριτικής από ό,τι οι απλοί πολίτες”.

Ενώ δηλαδή κάτι μπορεί να θεωρείται δυσφημιστικό για τον απλό πολίτη, το ίδιο πράγμα μπορεί να μην θεωρείται δυσφημιστικό, αν αφορά δικαστή.

Ειδικά για τους δικηγόρους, ως ενδιάμεσους μεταξύ Δικαιοσύνης και πολιτών, έκρινε ότι, για να έχει η κοινή γνώμη εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη, πρέπει να εμπιστεύεται τη δυνατότητα των δικηγόρων να την εκπροσωπεί αποτελεσματικά.

Έτσι, οι δικηγόροι δικαιούνται “να σχολιάζουν δημοσίως τη διοίκηση της Δικαιοσύνης”, τηρουμένων συγκεκριμένων ορίων, όπως αποφυγή αδικαιολόγητων και αβάσιμων επιθέσεων μηντιακού χαρακτήρα ή άσκηση δημόσιας πίεσης προς τους δικαστές (παρ. 134). Επιτρέπεται μάλιστα καυστικός ή σαρκαστικός τόνος, όχι όμως υβριστικός (παρ. 139).

Και ενώ το ΕΔΔΑ απέρριψε (παρ. 149) ότι οι επίμαχοι χαρακτηρισμοί είχαν υπερασπιστικό χαρακτήρα (διότι οι δύο δικαστές είχαν ήδη αποχωρήσει από την υπόθεση), ήταν εντούτοις αποδεκτοί ως σχόλια για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης σε υπόθεση δημοσίου ενδιαφέροντος (παρ. 153).

Παρά λοιπόν τη βαρύτητα των εκφράσεων, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι αυτές “είχαν επαρκώς στενή σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης”, ενώ “δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως παραπλανητικές ή ως αδικαιολόγητη επίθεση”. “Η ελευθερία της έκφρασης”, τόνισε, “δεν αφορά μόνον ‘πληροφορίες’ ή ‘ιδέες’ ευνοϊκές, άκακες ή αδιάφορες, αλλά και αυτές που προσβάλλουν [offend], σοκάρουν ή ενοχλούν” (παρ. 161).

Εντέλει, το ΕΔΔΑ δικαίωσε τον δικηγόρο κ. Morice έναντι των δυσφημισθέντων δικαστών.

Στην περίπτωση του κ. Τζαβέλλα: Όταν ο ΔΣΑ ζητά την παραίτησή του, επιχειρεί και να του επιβάλει να παραιτηθεί; Προφανώς όχι.

Θεσμική εκτροπή θα ήταν, εάν ο ΔΣΑ επιχειρούσε με πράξεις βίας να υποχρεώσει τον κ. Τζαβέλλα να παραιτηθεί.

Το σκέτο αίτημα παραίτησης όμως, απλώς διατυπώνει έντονη δημόσια επίκριση ότι ο κ. Τζαβέλλας δεν ασκεί ορθά τα καθήκοντά του.

Με βάση συνεπώς όσα έχει κρίνει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το αίτημα αυτό αποτελεί μορφή σκληρής κριτικής έναντι του ανωτάτου εισαγγελικού λειτουργού.

Η δε κριτική αυτή αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα κάθε πολίτη, κάθε δικηγόρου και, συνεπώς, του μεγαλύτερου ελληνικού Δικηγορικού Συλλόγου.

Το πρόβλημα συνεπώς δεν είναι τι ζητάει ο ΔΣΑ.

Αλλά ότι η Ένωση Εισαγγελέων, μαζί με την κυβέρνηση, αμφισβητούν το ανθρώπινο δικαίωμα δικηγόρων και πολιτών να ασκούν κριτική προς τη Δικαιοσύνη.

Κριτική μάλιστα ευρισκόμενη σε επαρκώς και προφανώς στενή σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης.