Roubini: Εθελοτυφλείτε, έρχεται η «μητέρα όλων των κρίσεων»
Σε κατάσταση απόλυτου συναγερμού θέτει την παγκόσμια οικονομία ο Nouriel Roubini, προειδοποιώντας μέσω άρθρου του στο Project Syndicate ότι ο πόλεμος κατά του ιρανικού καθεστώτος οδηγεί σε μια πρωτοφανή γεωπολιτική παγίδα.
Η αδυναμία των ΗΠΑ να ελέγξουν τα Στενά του Hormuz ανοίγει την πόρτα στον στασιμοπληθωρισμό, με το πετρέλαιο να απειλεί να τινάξει στον αέρα το δυτικό βιοτικό επίπεδο.
Τα τέσσερα σενάρια που αναλύει ο κορυφαίος οικονομολόγος σκιαγραφούν μια εφιαλτική πορεία προς το χάος, την οποία οι εφησυχασμένες αγορές αρνούνται ακόμη να αποδεχτούν.
Μετά τον «αποκεφαλισμό» του ιρανικού καθεστώτος και τους βομβαρδισμούς θέσεων των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης για 40 ημέρες, η κυβέρνηση Trump όχι μόνον απέτυχε να νικήσει το Ιράν αλλά του «επέτρεψε» και να διατηρεί τον έλεγχο των Στενών του Hormuz, σημειώνει ο Roubini και συνεχίζει:
«Και ενώ το Ιράν πλήττει κρίσιμες υποδομές σε κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου και απειλεί τη ναυσιπλοΐα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέστρεψαν στη λογική TACO (Trump always chickens out, δηλαδή κάνει την κότα), συμφωνώντας σε κατάπαυση του πυρός».
Τώρα, οι αυξανόμενες πληθωριστικές πιέσεις και η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας υποδηλώνουν ένα επεισόδιο στασιμοπληθωρισμού – ακριβώς τη στιγμή που οι ψηφοφόροι αναμένεται να αντιδράσουν ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ.
Τέσσερα σενάρια
Τι θα μπορούσε να συμβεί στη συνέχεια; διερωτάται ρητορικά ο γνωστός οικονομολόγος, δίνοντας τέσσερα πιθανά σενάρια:
Πρώτον, η τρέχουσα κατάπαυση του πυρός θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιτυχημένες διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό των στρατιωτικών εχθροπραξιών και το άνοιγμα εκ νέου των Στενών του Hormuz.
Οι ΗΠΑ έχουν κάποια διαπραγματευτική ισχύ εν προκειμένω, επειδή ο ναυτικός αποκλεισμός όλων των θαλάσσιων μεταφορών από και προς τα ιρανικά λιμάνια αυξάνει τη χρηματοοικονομική πίεση στο καθεστώς.
Ο Trump πιθανότατα ελπίζει ότι η πιο μετριοπαθής πτέρυγα —ίσως υπό την ηγεσία του προέδρου του κοινοβουλίου, Mohammad-Bagher Ghalibaf— θα μπορέσει να πείσει τους σκληροπυρηνικούς ότι ένας συμβιβασμός στο πυρηνικό ζήτημα θα φέρει τόσο ελάφρυνση των κυρώσεων όσο και έσοδα από τη ναυσιπλοΐα μέσω του στενού.
Όμως, αυτό το σενάριο δεν είναι πολύ πιθανό, επειδή το καθεστώς μπορεί να αντέξει την οικονομική πίεση πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ο Trump, ενόψει των επικείμενων ενδιάμεσων εκλογών.
Επιπλέον, οι δύο πλευρές παραμένουν πολύ μακριά σε πολλά ζητήματα, και όχι μόνο στο ζήτημα των πυρηνικών.
Οι ΗΠΑ αντιτίθενται στο πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων και drones του Ιράν, στη στήριξή του σε ριζοσπαστικές ισλαμιστικές ομάδες σε όλη τη Μέση Ανατολή, στα διόδια που θέλει να επιβάλει στη διέλευση από τον Hormuz και σε άλλα ζητήματα.
Η επίλυση ακόμη και ενός από αυτά θα απαιτούσε μακρές και περίπλοκες συνομιλίες από σοβαρούς, έμπειρους διαπραγματευτές.
Το δεύτερο σενάριο αντανακλά ακριβώς αυτό. Η κατάπαυση του πυρός συνεχίζεται, αλλά οι διαπραγματεύσεις παρατείνονται για μερικούς μήνες ενώ το Στενό παραμένει αποκλεισμένο.
Αυτή είναι ουσιαστικά η κατάσταση σήμερα και απέχει πολύ από το να είναι ιδανική.
Το status quo προκαλεί σημαντική οικονομική και χρηματοπιστωτική ζημιά στην παγκόσμια οικονομία, με τις τιμές του πετρελαίου και της ενέργειας να κινούνται ανοδικά, ξεπερνώντας ακόμη και το μέγιστο σημείο τους κατά τη διάρκεια των 40 ημερών του ενεργού πολέμου.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η παγκόσμια ανάπτυξη θα μειωθεί και ο πληθωρισμός θα αυξηθεί.
Όμως, επειδή αυτό το δεύτερο σενάριο είναι εγγενώς ασταθές, δεν μπορεί να συνεχιστεί για περισσότερο από δύο ή τρεις μήνες.
Πρέπει να δώσει τη θέση του είτε στο πρώτο σενάριο (η μία πλευρά υποχωρεί και δείχνει πρόθυμη να συμβιβαστεί αρκετά ώστε να επαναλειτουργήσει το στενό και να εξασφαλιστεί μια πιο μόνιμη εκεχειρία) είτε στην κλιμάκωση της σύγκρουσης. Πράγματι, οι στρατιωτικές συμπλοκές στον Κόλπο αυτή την εβδομάδα καταδεικνύουν την ευθραυστότητα κάθε εκεχειρίας χωρίς συμφωνία.
Στο τρίτο σενάριο, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα κλιμακώσουν, εξαπολύοντας όλα τα στρατιωτικά, οικονομικά και άλλα μέσα που διαθέτουν, προκειμένου να επιβάλουν παράδοση ή κατάρρευση του καθεστώτος.
Στην περίπτωση μιας παράδοσης, το καθεστώς θα έπρεπε να αποδεχθεί πλήρη διακοπή του εμπλουτισμού ουρανίου και να επαναλειτουργήσει το στενό χωρίς όρους.
Αυτό θα ήταν το καλύτερο αποτέλεσμα για τις ΗΠΑ, την Ευρώπη, την Ασία (συμπεριλαμβανομένης της Κίνας) και τον υπόλοιπο κόσμο.
Ο κίνδυνος, φυσικά, είναι ότι το ιρανικό καθεστώς επιβιώνει μιας τέτοιας κλιμάκωσης.

Στο τέταρτο σενάριο, το Ιράν θα χρησιμοποιούσε τους εναπομείναντες βαλλιστικούς πυραύλους, τα drones και τις ναυτικές δυνάμεις του για να προκαλέσει σημαντική, μόνιμη ζημιά σε ακόμη περισσότερες ενεργειακές εγκαταστάσεις του Κόλπου, διατηρώντας παράλληλα τον έλεγχό του στο στενό.
Αν συνέβαινε αυτό, οι τιμές του πετρελαίου θα εκτοξεύονταν κοντά ή και πάνω από τα 200 δολάρια ανά βαρέλι, και θα βρισκόμασταν αντιμέτωποι με στασιμοπληθωρισμό τύπου 1970, παγκόσμια ύφεση και πτωτική αγορά για τις μετοχές.
Κλιμάκωση
Σύμφωνα με τον Roubini, μια κλιμάκωση θα μπορούσε να πιέσει και τις δύο πλευρές να βρουν μια διαπραγματευτική λύση, με το δεύτερο σενάριο (το status quo) να χρειάζεται να περάσει από το τρίτο ή το τέταρτο σενάριο πριν καταλήξει στο πρώτο.
Όμως αυτό είναι λιγότερο πιθανό, καθώς θα επιστρέφαμε σε διαπραγματεύσεις για κατάπαυση του πυρός — και θα είχαμε ήδη δει πόσο λίγο απέδωσε αυτό. Έτσι, η κλιμάκωση μπορεί να ξεφύγει από τον έλεγχο αντί να οδηγήσει σε επιστροφή σε μια διαπραγματευτική εκεχειρία. Ενώ ο Trump ελπίζει στο πρώτο σενάριο, αυτό είναι πιθανότατα ευσεβής πόθος.
Οι ριζοσπάστες και οι σκληροπυρηνικοί στην Τεχεράνη έχουν το πάνω χέρι. Έχουν ήδη αποδείξει την προθυμία και την ικανότητά τους να αντέξουν το οικονομικό κόστος του αποκλεισμού, και δεν θα αντιμετωπίσουν εκλογείς αυτό το φθινόπωρο.
Όσον αφορά τις μακροπρόθεσμες οικονομικέςεπιπτώσεις αλλά και τις επιπτώσεις στις αγορές, το τρίτο σενάριο είναι το ιδανικό, γιατί θα σήμαινε μόνιμο άνοιγμα του στενού.
Το δεύτερο καλύτερο σενάριο θα ήταν το πρώτο• όμως αυτό θα σήμαινε ότι το Ιράν θα μπορούσε να κλείσει το στενό οποτεδήποτε το απειλούσαν οι ΗΠΑ ή το Ισραήλ.
Αυτή η πιθανότητα θα προσέθετε ένα μόνιμο premium 15–20% στο πετρέλαιο σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα.
Παρ’ όλα αυτά, η τρέχουσα κατάσταση (σενάριο δύο) είναι χειρότερη, γιατί κάθε μήνας που η εκεχειρία δεν οδηγεί σε συμφωνία θα μειώνει την παγκόσμια ανάπτυξη και θα αυξάνει τον πληθωρισμό.
Η μόνη χειρότερη έκβαση είναι το τέταρτο σενάριο, σημειώνει ο οικονομολόγος.
Γιατί οι αγορές ανεβαίνουν
Με δεδομένους αυτούς τους βαθύτατους κινδύνους, κάποιοι ίσως αναρωτιούνται γιατί οι παγκόσμιες αγορές, ξεκινώντας από τις αμερικανικές και ασιατικές μετοχές, έχουν πρόσφατα φτάσει σε νέα υψηλά.
«Βλέπω δύο λόγους», σημειώνει ο Roubini:
Πρώτον, οι επενδυτές αναμένουν ότι η εκεχειρία θα γίνει κάπως σύντομα μόνιμη, υπονοώντας πολύ χαμηλότερες τιμές πετρελαίου.

Δεύτερον, φαίνεται να υπάρχει η υπόθεση ότι η ώθηση από την άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης και των data centers θα παραμείνει πολύ ισχυρότερη από τις επιπτώσεις του πολέμου.
Αλλά αν το πιστεύετε αυτό, μπορεί να σας περιμένει μια δυσάρεστη αφύπνιση.
Όχι μόνο οι αγορές αποτιμούν υψηλότερη πιθανότητα μόνιμης εκεχειρίας (πάνω από 75%) από ό,τι είναι πιθανό, αλλά, αν τελικά οδηγηθούμε σε κλιμάκωση, αυτό θα προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη οικονομική και χρηματοπιστωτική μεταβλητότητα και πτωτικούς κινδύνους, ακόμη και στο καλύτερο δυνατό σενάριο.
Ενώ μια κλιμάκωση που οδηγεί σε παράδοση του καθεστώτος θα ήταν πιο πιθανή από μια που οδηγεί σε στασιμοπληθωρισμό τύπου δεκαετίας του 1970, οι αγορές εξακολουθούν να έχουν υποτιμήσει τον κίνδυνο βραχυπρόθεσμης ζημίας.
Για όποιον βρεθεί στη λάθος πλευρά του trade, ο πόνος δεν θα είναι μικρότερος αν διαρκέσει μήνες αντί για χρόνια ή δεκαετίες, επισημαίνει ο Roubini.