Πολιτική απάτη με την Οδηγία για τα Πανωτόκια
Ο πρωθυπουργός επιχειρεί να εμφανίσει ως πρωτοβουλία του για την προστασία των δανειοληπτών την απειλή παραπομπής της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τη μεγάλη καθυστέρηση ενσωμάτωσης σχετικής Ευρωπαϊκής Οδηγίας προς όφελος των τραπεζών.
Ας υποθέσουμε ότι μιλάμε για μια χώρα-μέλος της Ε.Ε. Οτι η Ε.Ε. βάσει Οδηγίας που εξέδωσε ζητούσε από τα κράτη την ενσωμάτωσή της στην εθνική νομοθεσία και έθετε συγκεκριμένες χρονικές δεσμεύσεις γι’ αυτό. Ας υποθέσουμε ακόμη ότι η συγκεκριμένη χώρα αγνόησε αυτές τις δεσμεύσεις, τις ξεπέρασε και πλησίαζε το όριο να παραπεμφθεί από την Κομισιόν στα Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Ας υποθέσουμε, τέλος, ότι λόγω εκλογικού κύκλου (είσοδος σε μακρά προεκλογική περίοδο) ο πρωθυπουργός αυτής της χώρας αποφάσιζε να ανταποκριθεί στην Ευρωπαϊκή Οδηγία προσδοκώντας εκλογικά οφέλη, αλλά παρουσιάζοντας την πρωτοβουλία του ως κυβερνητική φιλολαϊκή πρωτοβουλία. Ποιος πολιτικός χαρακτηρισμός θα άρμοζε σε μια τέτοια κίνηση;
Ας αφήσουμε τις υποθέσεις, για να διηγηθούμε μια άλλη, πραγματική «ιστορία». Στις 18 Οκτωβρίου 2023 εκδόθηκε η Οδηγία (Ε.Ε.) 2023/2225, η οποία δημοσιεύτηκε στην επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε. στις 30 Οκτωβρίου 2023. Αφορούσε μέτρα προστασίας των καταναλωτών από καταχρηστικές πρακτικές των τραπεζών στην κατηγορία των καταναλωτικών δανείων.
Η προθεσμία ενσωμάτωσης της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο των χωρών-μελών ήταν η 20ή Νοεμβρίου. Η ημερομηνία παρήλθε χωρίς η ελληνική κυβέρνηση να προβεί στην ενσωμάτωσή της. Ως χρόνος πλήρους εφαρμογής των κανόνων που θα θεσπίζονταν από τα κράτη-μέλη κατά την ενσωμάτωσή της ήταν η 20ή Νοεμβρίου 2026. Αυτό σημαίνει ότι πλησίαζε η ώρα που η Ελλάδα θα παραπεμπόταν στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο για την «αμέλεια» της ελληνικής κυβέρνησης.
Η ελληνική κυβέρνηση έχει αποδείξει ότι δεν φοβάται το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο – πρόσφατα η Κομισιόν την παρέπεμψε για άλλη Οδηγία που αφορούσε τις ΑΠΕ. Εδειξε όμως ότι υπολήπτεται -και φοβάται- τις εκλογές. Ετσι χθες Κυριακή στην καθιερωμένη εβδομαδιαία ανάρτησή του ο πρωθυπουργός παρουσίασε σαν αποτέλεσμα κυβερνητικής πρόνοιας και ευαισθησίας την καθιέρωση πλαφόν 30-50% πλέον του αρχικού δανείου στο συνολικό κόστος των καταναλωτικών δανείων. Σαν κυβερνητική πρωτοβουλία, προϊόν φιλολαϊκής ευαισθησίας, μια ρύθμιση που όφειλε να κάνει εδώ και καιρό, αλλά δεν είχε κάνει παραβιάζοντας τις σχετικές προθεσμίες!
Πρόκειται για θέμα πολιτικής ηθικής τάξης, αλλά δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτό. Πρόκειται επίσης για το γεγονός ότι αφήνοντας τον χρόνο να περνά η κυβέρνηση «επιδοτούσε» τις τράπεζες εις βάρος των καταναλωτών, με δεδομένο μάλιστα ότι στα καταναλωτικά δάνεια οι ελληνικές τράπεζες έχουν επιτοκιακό περιθώριο πάνω από 2 εκατοστιαίες μονάδες σε σχέση με το μέσο ευρωπαϊκό. Αντί να «τρέξει» ώστε να ενσωματώσει το συντομότερο δυνατόν την Οδηγία προστατεύοντας τους Ελληνες καταναλωτές, η ελληνική κυβέρνηση… έσπευσε βραδέως για να προστατεύσει τις τράπεζες.
Ωστόσο τα κυβερνητικά ατοπήματα δεν τελειώνουν εδώ. Αν η μοναδική ρύθμιση που θα περιέχει η ενσωμάτωση είναι αυτή που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός, τότε για τη μεγάλη μάζα των καταναλωτικών δανείων διάρκειας έως 5 ετών δεν θα υπάρξει κανένα όφελος με το πλαφόν 30%. Με πλαφόν πάνω από 30% και έως 50% οι χρεώσεις θα είναι μεγαλύτερες σε σχέση με σήμερα!
Ας γίνουμε συγκεκριμένοι.
Η Οδηγία
Το συνολικό κόστος ενός δανείου καθορίζεται από δύο συνιστώσες: α) το επιτόκιο, β) τις λοιπές επιβαρύνσεις. Οσον αφορά τις λοιπές επιβαρύνσεις, αυτές αφορούν τα έξοδα φακέλου, τις προμήθειες, τα ασφάλιστρα (αν είναι υποχρεωτικά για το δάνειο), πιθανές άλλες υποχρεωτικές χρεώσεις. Το πραγματικό επιτόκιο αποδίδεται από το ΣΕΠΕ – Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (APR – Annual Percentage Rate ), που ενσωματώνει όλα αυτά τα κόστη. Το ΣΕΠΕ είναι ο πιο ολοκληρωμένος δείκτης κόστους ενός δανείου. Δείχνει το πραγματικό συνολικό κόστος που πληρώνεις κάθε χρόνο εκφρασμένο ως ποσοστό.

Η συγκεκριμένη Οδηγία δίνει τη δυνατότητα στα κράτη-μέλη να θέσουν όρια (πλαφόν) τόσο στο επιτόκιο όσο και στα λοιπά κόστη και στο συνολικό κόστος του δανείου. Επιπλέον υποχρεώνει σε ρύθμιση και σε άλλα ζητήματα: α) καθιστά υποχρεωτικό να γίνεται αναφορά και όσον αφορά συμβάσεις και διαφημίσεις δανείων, ώστε να μην είναι παραπλανητικές και να ενημερώνουν καθαρά τους υποψήφιους δανειολήπτες για το συνολικό κόστος των δανείων, β) σε αυτή τη βάση παρέχει τη δυνατότητα στους υποψήφιους δανειολήπτες να συγκρίνουν διαφορετικές προσφορές τραπεζών, γ) να απαλείφονται τα «ψιλά γράμματα» στις συμβάσεις, δ) να γίνεται υποχρεωτικά αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας του υποψήφιου δανειολήπτη («μπορεί να αποπληρώσει το δάνειο;»).
Η συγκεκριμένη αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη αφορά το συνολικό κόστος δανείου – ούτε το ονομαστικό επιτόκιο ούτε το ΣΕΠΕ (συνολικό πραγματικό επιτόκιο). Αν η κυβερνητική ρύθμιση μείνει σε αυτό, τότε για τη μεγάλη μάζα των καταναλωτικών δανείων, που είναι έως 5ετή, προκύπτει μηδενικό ή οριακό και άνευ σημασίας όφελος.
Πλαφόν 30% και 50%
Το πλαφόν 30-50% επιπλέον του αρχικού δανείου για δάνεια έως 100.000 ευρώ χωρίς εξασφαλίσεις σημαίνει, αν πάρουμε το παράδειγμα δανείου 10.000 ευρώ, ότι το συνολικό κόστος δεν μπορεί να ξεπεράσει τις 13.000-15.000 ευρώ.
Ομως για τη μεγάλη πλειονότητα των καταναλωτικών δανείων διάρκειας έως 5 χρόνια με το σημερινό επιτόκιο 11,07% (τελευταία στοιχεία της ΤτΕ) το κέρδος από το πλαφόν 30% είναι πρακτικά μηδενικό. Παράδειγμα: Καταναλωτικό δάνειο 10.000 ευρώ 5ετούς διάρκειας με επιτόκιο 11%.
Σήμερα, η μηνιαία δόση περίπου 217 ευρώ, τόκοι 3.020 ευρώ, συνολική αποπληρωμή 13.020 ευρώ, συνολική επιβάρυνση 30,2%. Με την πρωθυπουργική εξαγγελία η επιβάρυνση θα είναι… μόνο 30%. Τι συμβαίνει όμως με πλαφόν 50%; Για δάνειο 10.000 ευρώ η συνολική επιβάρυνση θα έχει περιθώριο να… αυξηθεί στα 5.000 ευρώ!
Ποιοι ωφελούνται;
Αν όμως η ρύθμιση με πλαφόν 30% δεν αφορά τη μεγάλη μάζα των δανείων έως 5ετών με τα σημερινά επίπεδα επιτοκίων και είναι… επιβλαβής για την ίδια κατηγορία δανείων με πλαφόν 50%, τότε ποιους αφορά; Το μέτρο έχει νόημα και όφελος για α) μεγαλύτερες διάρκειες (7-10 χρόνια), β) υψηλότερα επιτόκια (13-15%) που δεν είναι σπάνια στην Ελλάδα, γ) στην περίπτωση καθυστερήσεων και στην εξυπηρέτηση του δανείου και ανατοκισμού, δ) κατηγορίες δανείων όπως μικροπιστώσεις ή «Buy Now Pay Later».
Αφορά δηλαδή περιπτώσεις όπου το χρέος «ξεφεύγει» και αυξάνεται εκθετικά (πανωτόκια, κάρτες, μακροχρόνια δάνεια).
Αυτό είναι φυσικά θετικό, αλλά μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι η κυβέρνηση δεν σκοπεύει να διαταράξει την «κανονικότητα» ούτε του υψηλού επιτοκιακού περιθωρίου σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ούτε τις καταχρηστικές λοιπές χρεώσεις που αυξάνουν το συνολικό πραγματικό επιτόκιο. Αν πάλι η κυβέρνηση έχει σκοπό να βάλει «φρένο» σε αυτά, με χαρά θα δεχτούμε και θα δημοσιοποιήσουμε τη διάψευσή της.
Με τράπεζες και servicers η κυβέρνηση… ξεχνιέται
Δεν είναι η μοναδική φορά που η κυβέρνηση… ξεχνιέται να ενσωματώσει ευρωπαϊκή Οδηγία που «αγγίζει» τις καταχρηστικές πρακτικές και τα κέρδη των τραπεζών και των servicers – εκεί η μνήμη της εξασθενεί…

● Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η Οδηγία για τους Διαχειριστές Πιστώσεων και τους Αγοραστές Πιστώσεων (2021/2167/Ε.Ε.), η οποία αφορά τα «κόκκινα δάνεια» και τους servicers και έθετε κανόνες διαφάνειας, υποχρέωση ενημέρωσης των δανειοληπτών για το υπόλοιπο της οφειλής τους και προστασία των ευάλωτων δανειοληπτών.
Ηταν Οδηγία του 2020 και η προθεσμία ενσωμάτωσης έληγε στις 29 Δεκεμβρίου 2023. Η ελληνική κυβέρνηση την ενσωμάτωσε με τον νόμο 5072/2023 τον Δεκέμβριο του 2023, κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε ήδη ξεκινήσει διαδικασίες ελέγχου για τη συμμόρφωση των κρατών-μελών.
● Οδηγία BRRD II (2019/879/Ε.Ε.) – Εξυγίανση Τραπεζών: Αφορούσε τη δυνατότητα των τραπεζών να απορροφούν ζημιές χωρίς να χρειάζεται κρατική διάσωση (bail-in). Η Οδηγία ενσωματώθηκε με τον νόμο 4799/2021, αρκετούς μήνες μετά τη λήξη της ευρωπαϊκής προθεσμίας.
● Οδηγία CRD VI (2024/1619/Ε.Ε.): Είναι η πιο πρόσφατη Οδηγία (εκδόθηκε τον Μάιο του 2024) και αφορά τη διαχείριση των περιβαλλοντικών και κοινωνικών κινδύνων (ESG) από τις τράπεζες. Επρεπε να ενσωματωθεί έως τις 10 Ιανουαρίου 2026 – η προθεσμία ξεπεράστηκε. Η Κομισιόν απέστειλε πρόσφατα προειδοποιητικές επιστολές σε 22 χώρες για καθυστερήσεις σε συναφή θέματα.
Τι κάνουν ήδη άλλες χώρες
- Γαλλία: έχει ανώτατο όριο, που ουσιαστικά περιορίζει το συνολικό κόστος μέσω ορίου επιτοκίου
- Ιταλία: όριο επιτοκίων με βάση τον μέσο όρο αγοράς
- Πολωνία: έχει ρητό πλαφόν στο συνολικό κόστος δανείου συν πλαφόν επιτοκίου και λοιπών χρεώσεων
- Το ελληνικό μοντέλο (30–50% συνολικό κόστος) μοιάζει περισσότερο με το πολωνικό/ανατολικοευρωπαϊκό μοντέλο
- Γερμανία: δεν έχει τυπικό πλαφόν, αλλά εφαρμόζει όρια μέσω νομολογίας (usury – «τοκογλυφία»)
- Ολλανδία: ανώτατο επιτόκιο καταναλωτικών δανείων (επιτόκιο ΕΚΤ + συγκεκριμένο περιθώριο)