Αλέξανδρος Παναγούλης: Η ζωή στα άκρα και ο θάνατος που παραμένει μυστήριο…
Πενήντα χρόνια από το τροχαίο της Πρωτομαγιάς – Η απόπειρα κατά Παπαδόπουλου, τα βασανιστήρια, οι αποδράσεις και η θυελλώδης σχέση με τη Φαλάτσι
Πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Αλέκου Παναγούλη, η μορφή του εξακολουθεί να προκαλεί δέος και συγκίνηση. Ο χαμός του τα ξημερώματα της Πρωτομαγιάς του 1976, όταν το αυτοκίνητό του καρφώθηκε στην είσοδο ενός φανοποιείου στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα ανεξιχνίαστα μυστήρια της Μεταπολίτευσης. Η είδηση σόκαρε τη χώρα, όχι μόνο για τον αιφνίδιο τρόπο, αλλά και για το πολιτικό φορτίο που κουβαλούσε ο ίδιος εκείνη την περίοδο, καθώς ετοιμαζόταν να αποκαλύψει στοιχεία για τη χούντα και το αρχείο της ΕΣΑ.
Η ζωή του Παναγούλη ήταν μια συνεχής σύγκρουση με τα όρια. Από νεαρή ηλικία εντάχθηκε στην αντιδικτατορική δράση, ιδρύοντας την οργάνωση «Εθνική Αντίσταση» και σχεδιάζοντας την πιο τολμηρή απόπειρα κατά του Γεωργίου Παπαδόπουλου. Στις 13 Αυγούστου 1968, στη λεωφόρο Αθηνών–Σουνίου, έστησε ενέδρα με εκρηκτικό μηχανισμό, όμως η καθυστέρηση δευτερολέπτων στην πυροδότηση έσωσε τον δικτάτορα. Συνελήφθη λίγες ώρες αργότερα και οδηγήθηκε σε ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Τα βασανιστήρια που υπέστη στην ΕΣΑ ξεπέρασαν κάθε όριο ανθρώπινης αντοχής. Παρά τις απάνθρωπες μεθόδους, δεν λύγισε ούτε πρόδωσε συνεργάτες του, κερδίζοντας τον σεβασμό ακόμη και των βασανιστών του. Η θανατική καταδίκη του προκάλεσε διεθνή κινητοποίηση, με προσωπικότητες όπως ο Πάπας Παύλος ΣΤ’, ο Σαρτρ και ο Πικάσο να ζητούν τη διάσωσή του. Η χούντα υποχώρησε και ο Παναγούλης μεταφέρθηκε στις φυλακές Μπογιατίου, όπου επιχείρησε επανειλημμένα να αποδράσει, σκάβοντας ακόμη και το κελί του με ένα κουτάλι.
Μετά την αμνηστία του 1973, βρέθηκε στη Ρώμη, όπου ξεκίνησε η θρυλική σχέση του με την Οριάνα Φαλάτσι. Η Ιταλίδα δημοσιογράφος τον λάτρεψε, τον στήριξε και τον ανέδειξε διεθνώς, ενώ ο ίδιος άρχισε να γράφει ποιήματα και άρθρα, αποκαλύπτοντας μια ευαίσθητη, στοχαστική πλευρά που συχνά επισκιάζεται από τον ηρωισμό του. Μετά τη Μεταπολίτευση επέστρεψε στην Ελλάδα και εξελέγη βουλευτής, όμως σύντομα συγκρούστηκε με το πολιτικό κατεστημένο.
Ο θάνατος είχε στήσει καρτέρι στον Παναγούλη στη λεωφόρο Βουλιαγμένης χαράματα της Πρωτομαγιάς του 1976. Οδηγούσε το Mirafiori με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Αυτόπτες μάρτυρες κατέθεσαν ότι άκουσαν έναν θόρυβο από απότομο φρενάρισμα, είδαν το αυτοκίνητο να προσκρούει στην είσοδο ενός ημιυπόγειου φανοποιείου και ένα άλλο -βυσσινί, μάρκας Jaguar ή Alfa Romeo, έλεγαν- να εξαφανίζεται.
Ο θάνατoς του Παναγούλη σόκαρε το πανελλήνιο. Προκλήθηκε σάλος. Γιατί προέκυψε εν μέσω ενός θολού σκηνικού, που πάντως ουδέποτε ξεκαθαρίστηκε σε βασικές πτυχές του. Είχε μόλις παραιτηθεί από βουλευτής της ΕΚΝΔ και ετοιμαζόταν να προχωρήσει σε αποκαλύψεις για τις σχέσεις κορυφαίων πολιτικών με τη χούντα. Είχε στα χέρια του μέρος του αρχείου του Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος της ΕΣΑ, το οποίο απέσπασε από τη σύζυγο του Νίκου Χατζηζήση. Hδη τμήματα του αρχείου είχαν αρχίσει να δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Τα Νέα», αλλά ο επίτροπος του Στρατοδικείου Μιχάλης Ζούβελος εξέδωσε απαγορευτική διάταξη. Τούτο προκάλεσε σφοδρή σύγκρουση μεταξύ Παναγούλη και Ευάγγελου Αβέρωφ, τότε υπουργού Αμυνας.
Οι εφημερίδες της αντιπολίτευσης υιοθέτησαν εν πολλοίς τη θεωρία ότι καταδιώχτηκε εσκεμμένα, με τρόπο ώστε να υποχρεωθεί να βγάλει το αυτοκίνητό του από τον δρόμο, χάνοντας τη ζωή του για να μην κάνει συνταρακτικές αποκαλύψεις σχετικά με τον «Φάκελο ΕΣΑ». Αλλά και για στοιχεία που είχε συγκεντρώσει αναφορικά με την προδοσία της Κύπρου, καθώς και για την ανεξιχνίαστη υπόθεση της εξαφάνισης του αδελφού του. Πολλοί πολιτικοί διατύπωσαν δημόσια τις υποψίες τους, όπως και ο εισαγγελέας Δ. Τσεβάς.
Στις 3 Μαΐου παρουσιάστηκε αυτοκλήτως στην Αστυνομία ο 31χρονος βιοτέχνης Μιχάλης Στέφας που ισχυρίστηκε ότι, χωρίς δόλο, με ένα απότομο φρενάρισμα του δικού του αυτοκινήτου προκάλεσε την εκτροπή και τη θανατηφόρα πρόσκρουση του Mirafiori. Η μαρτυρία του ενέτεινε τη σύγχυση, καθώς το αυτοκίνητό του ήταν μάρκας Peugeot 404 και χρώματος μπεζ. Καμιά σχέση με αυτά που ισχυρίζονταν οι μάρτυρες. Η κατάθεσή του ωστόσο έγινε δεκτή. Στη δίκη εκτιμήθηκε ότι επρόκειτο τελικά για ένα ατύχημα. Ο Στέφας καταδικάστηκε σε 11μηνη εξαγοράσιμη φυλάκιση και πρόστιμο 3.000 δραχμών. Πολλοί μίλησαν για παρωδία. Από την άλλη ωστόσο, τελικά, τίποτα δεν αποδείχτηκε.

Με αρκετή καθυστέρηση η ελληνική Πολιτεία τίμησε τον Παναγούλη δίνοντας το όνομά του σε δρόμους και πλατείες, καθώς και στον Σταθμό «Αγιος Δημήτριος-Αλέξανδρος Παναγούλης» του αθηναϊκού μετρό. Ο ανδριάντας του ανεγέρθηκε το 2012 στην πλατεία Δικαιοσύνης στην Πανεπιστημίου. Το τραγικό Mirafiori βρίσκεται στο Αργυράκειο Πολεμικό Εθνολογικό Μουσείο στην Επισκοπή Ηρακλείου Κρήτης.
Σήμερα, μισό αιώνα μετά, ο Παναγούλης παραμένει σύμβολο αντίστασης, ακεραιότητας και ανυποχώρητου αγώνα για τη δημοκρατία. Η ζωή του, γεμάτη ηρωισμό, πάθος και τραγικότητα, εξακολουθεί να εμπνέει και να συγκινεί, ενώ το μυστήριο του θανάτου του εξακολουθεί να αιωρείται σαν μια ανοιχτή πληγή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.