Τσερνόμπιλ και Ελλάδα: Τα αρχεία του ΕΜΠ αποκαλύπτουν 1.200 τ.χλμ. ραδιενεργής ρύπανσης
Σαράντα χρόνια μετά το πυρηνικό δυστύχημα του Τσερνόμπιλ, τα αρχεία του Εργαστηρίου Πυρηνικής Τεχνολογίας του ΕΜΠ φωτίζουν το αποτύπωμα της ραδιενέργειας στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που διατηρούνται στο κτίριο Κ του Πολυτεχνείου, περισσότερα από 2.500 δείγματα εδάφους που συλλέχθηκαν από το 1986 έως το 2007 επιβεβαιώνουν ότι το ραδιενεργό νέφος έφτασε στη χώρα, επηρεάζοντας περίπου το 1% της ελληνικής επικράτειας – δηλαδή 1.200 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Παρά τον έντονο πανικό της εποχής, οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα επίπεδα ρύπανσης δεν ήταν επικίνδυνα για τον πληθυσμό.
Ο αναπληρωτής καθηγητής και διευθυντής του εργαστηρίου, Νικόλαος Πετρόπουλος, περιγράφει πως οι πρώτες μετρήσεις ανέτρεψαν την αρχική πεποίθηση ότι το ατύχημα δεν θα είχε μετρήσιμη επίδραση στην Ελλάδα. Οι ενδείξεις στα όργανα του εργαστηρίου δεκαπλασιάστηκαν μέσα σε λίγες ώρες, σηματοδοτώντας ότι το νέφος είχε φτάσει στη χώρα. Ωστόσο, όπως εξηγεί, οι ποσότητες ραδιενέργειας ήταν πολύ χαμηλές και δεν συνδέονται με σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία, παρά τους διαδεδομένους μύθους περί καρκίνων και τερατογενέσεων.
Η χαρτογράφηση της ραδιενέργειας, που πραγματοποιήθηκε από τον καθηγητή Σιμόπουλο το 1986, ανέδειξε περιοχές όπως η Καρδίτσα και η Νάουσα με υψηλότερες τιμές, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει επικινδυνότητα. Αντίθετα, η Αθήνα – όπου επικράτησε ο μεγαλύτερος πανικός – εμφάνισε χαμηλές συγκεντρώσεις. Ο Πετρόπουλος εξηγεί ότι ακόμη και στο «χειρότερο» σενάριο, η πρόσθετη ακτινοβολία που θα λάμβανε κάποιος σε 50 χρόνια δεν ξεπερνούσε τις 10 μονάδες, όταν η φυσική ακτινοβολία φτάνει τις 200.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα της δεκαετίας του ’80 δεν διέθετε τον εξοπλισμό και τις υποδομές για άμεση και εκτεταμένη ανάλυση δειγμάτων. Τα εργαστήρια του ΕΜΠ και του Δημόκριτου κατακλύστηκαν από πολίτες που έφερναν γάλα, τυριά και λαχανικά για έλεγχο, γεγονός που ενίσχυσε το κλίμα πανικού. Παράλληλα, το πολιτικό περιβάλλον της εποχής, με έντονη ιδεολογική πόλωση γύρω από τη Σοβιετική Ένωση, συνέβαλε στη σύγχυση και στη διασπορά αντιφατικών πληροφοριών.
Ο Πετρόπουλος επισημαίνει ότι η πραγματική τραγωδία στην Ελλάδα δεν ήταν η ραδιενέργεια, αλλά οι εκατοντάδες εκτρώσεις που έγιναν υπό τον φόβο τερατογενέσεων, χωρίς επιστημονική βάση. Τονίζει επίσης ότι η δημόσια συζήτηση εξακολουθεί να εστιάζει στο Τσερνόμπιλ, ενώ παραβλέπει καθημερινούς κινδύνους όπως τα χημικά και τα παράνομα φυτοφάρμακα, τα οποία έχουν αποδεδειγμένα μεγαλύτερη επίδραση στη δημόσια υγεία.
Σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο ενός νέου «Τσερνόμπιλ», ο διευθυντής του εργαστηρίου εμφανίζεται καθησυχαστικός. Η σύγχρονη πυρηνική τεχνολογία, όπως εξηγεί, δεν χρησιμοποιεί εύφλεκτα υλικά όπως ο γραφίτης του αντιδραστήρα RBMK, ενώ τα συστήματα ασφαλείας έχουν εξελιχθεί σημαντικά. Ακόμη και σε περίπτωση ατυχήματος, η ραδιενέργεια θα παρέμενε σε τοπικό επίπεδο, όπως συνέβη στη Φουκουσίμα.