Μπορεί το αέριο να μας κάνει φτωχότερους;
Του Άγη Βερούτη
Βρήκαμε κρυμμένο θησαυρό στο υπόγειο! Και μπράβο μας! Κάθε φορά που στην Ελλάδα ανοίγει η κουβέντα για υδρογονάνθρακες, η δημόσια συζήτηση παίρνει τη γνώριμη μορφή εθνικού ενθουσιασμού. Κοίτασμα, έσοδα, γεωπολιτική αναβάθμιση, μια χώρα που κοιμόταν πάνω σε ορυκτό πλούτο και ετοιμάζεται ξαφνικά να ξυπνήσει ισχυρότερη. Η εικόνα είναι ελκυστική και ακριβώς γι’ αυτό θέλει ψυχραιμία.
Ο υπόγειος πλούτος έχει μια κακιά συνήθεια: αποκαλύπτει το πραγματικό επίπεδο του κράτους που τον διαχειρίζεται. Στις σοβαρές χώρες γίνεται εθνική ισχύς. Στις πρόχειρες γίνεται πεδίο αρπαγής, σύγκρουσης και χαμένης υπεραξίας για την κοινωνία.
Το κοίτασμα ανοίγει τη δυνατότητα. Το κράτος φέρνει το αποτέλεσμα.
Εδώ βρίσκεται ολόκληρο το δίλημμα. Όχι στη γεώτρηση καθαυτή. Ούτε στα κυβικά μέτρα. Ούτε στις πρόωρες αριθμητικές ασκήσεις στο Excel για το τι θα μπορούσε, ίσως, αν, να μπει κάποτε στα δημόσια ταμεία.
Μια σοβαρή ενεργειακή χώρα παράγει ισχύ επειδή διαθέτει θεσμούς, ρυθμιστική συνέχεια, διοικητική ικανότητα, φορολογική λογική, ελεγκτικούς μηχανισμούς, στρατηγική συνέπεια. Ένα πρόχειρο κράτος παράγει κάτι πολύ πιο οικείο στα δικά μας μέρη: μεγάλες προσδοκίες στην αρχή, ισχυρούς παίκτες στο κέντρο, θολούς κανόνες στην πορεία και πολύ μικρότερο όφελος για την κοινωνία στο τέλος.
Το πραγματικό διακύβευμα για την Ελλάδα είναι ότι στέκεται μπροστά σε μια δυνητική αλλαγή ρόλου. Η Ευρώπη αναζητά ενεργειακή ασφάλεια, διαφοροποίηση παρόχων και πιο ανθεκτικές αλυσίδες τροφοδοσίας. Η Ανατολική Μεσόγειος απέκτησε μεγαλύτερη βαρύτητα τα τελευταία χρόνια. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας προσθέτει αξία σε αυτή τη νέα πραγματικότητα.
Τo φυσικό αέριο στο Ιόνιο μπορεί να ενισχύσει τη χώρα οικονομικά, ενεργειακά και γεωπολιτικά. Αν αυτή η δυνατότητα θα μετατραπεί σε εθνικό πλεονέκτημα ή σε ακόμη μία ελληνική μισοτελειωμένη ευκαιρία, θα κριθεί από το πώς θα στηθεί θεσμικά το κράτος γύρω από αυτόν τον πόρο.
Το αέριο βγαίνει από τη θάλασσα.
Ο πλούτος βγαίνει από τη διαχείριση.
Και η διαχείριση αυτή απαιτεί πράγματα που στην Ελλάδα αντιμετωπίζονται συχνά σαν ενοχλητικές λεπτομέρειες, ενώ στην πραγματικότητα είναι η ουσία. Σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο. Διοικητική ταχύτητα. Καθαροί όροι αδειοδότησης. Σοβαρή ικανότητα διαπραγμάτευσης με εταιρείες και εταίρους. Θεσμική μνήμη που επιβιώνει των κυβερνητικών εναλλαγών. Φορολογικό μοντέλο που υπηρετεί στρατηγική και όχι την επόμενη εισπρακτική ανάγκη.
Η ενέργεια λειτουργεί με ορίζοντα δεκαετιών. Η ελληνική πολιτική, δυστυχώς, εξακολουθεί να λειτουργεί με ορίζοντα εκλογικού κύκλου.
Για να δούμε τι σημαίνει αυτή η διαφορά, αρκεί να κοιτάξουμε πώς κινήθηκαν άλλοι πριν από εμάς.
Η Νιγηρία είναι σκληρό μάθημα προς αποφυγή. Πετρέλαιο πολύ. Κοινωνικό όφελος πολύ μικρότερο από αυτό που θα περίμενε κανείς από έναν τέτοιο πόρο. Ο πλούτος μπήκε στη χώρα, πέρασε μέσα από αδύναμους θεσμούς, πελατειακές ισορροπίες, διαρροές, χαμηλή λογοδοσία, και βγήκε λειψός. Ο πόρος λειτούργησε ως μηχανισμός πλουτισμού για ορισμένους και ως μηχανισμός φτωχοποίησης για την κοινωνία. Το πρόβλημα εκεί πήρε κρατική μορφή πολύ πριν γίνει κοινωνική πληγή. Ο πλούτος φαγώθηκε.
Η Βρετανία ακολούθησε άλλη διαδρομή. Το North Sea στήριξε την οικονομία της, ενίσχυσε τα δημόσια έσοδα, έδωσε στο κράτος πραγματικό δημοσιονομικό χώρο και αξιοποιήθηκε με σοβαρότητα. Η βρετανική επιλογή, όμως, έδωσε βάρος κυρίως στην τρέχουσα δημοσιονομική αξιοποίηση. Παρήγαγε χρήμα, ενίσχυσε το κράτος, πρόσφερε ανάσες. Άφησε όμως πίσω της πολύ μικρό διαγενεακό όφελος.
Και ύστερα υπάρχει η Νορβηγία. Κατάλαβε από νωρίς ότι ο ενεργειακός πλούτος είναι ταυτόχρονα ευκαιρία και πειρασμός για δημοσιονομικές σπατάλες. Άρα θεσμοθέτησε κανόνες πριν κυκλοφορήσει το πρώτο μεγάλο πακέτο πλούτου στην κοινωνία. Πρώτα επένδυσε σωστά και πολύ αργότερα μοίρασε στην κοινωνία τους καρπούς αυτής της επένδυσης. Δημιούργησε απόσταση από τον πειρασμό της άμεσης κατανάλωσης και επέβαλε επενδυτική πειθαρχία.
Γι’ αυτό η Νορβηγία δημιούργησε μηχανισμό που μετέτρεψε τα έσοδα σε επενδύσεις, σε πραγματικό εθνικό κεφάλαιο που εξασφαλίζει μακροχρόνια ισχύ. Τα έσοδα από το πετρέλαιο έγιναν εργαλείο κρατικής ισχύος, όχι κατανάλωσης.
Τα τρία παραδείγματα λένε το ίδιο πράγμα με τρεις διαφορετικούς τρόπους. Ο πόρος από μόνος του δεν εγγυάται ούτε ευημερία, ούτε ισχύ, ούτε κοινωνικό όφελος. Η Νιγηρία δείχνει πού οδηγεί η αδυναμία θεσμών. Η Βρετανία δείχνει μια άμεση αξιοποίηση με σοβαρότητα αλλά χωρίς το μέγιστο δυνατό όφελος. Η Νορβηγία δείχνει τι συμβαίνει όταν το κράτος προετοιμάζεται για τον πλούτο και τον επενδύει για όλες τις γενιές, πριν αρχίσει να τον ξοδεύει στη φαντασία του.
Η Ελλάδα, λοιπόν, έχει μπροστά της μια ενεργειακή πιθανότητα και μαζί μια κρατική εξέταση. Σε αυτή την εξέταση υπάρχει ένα θέμα που πονά περισσότερο από όλα: η διαφάνεια.
Γιατί στην Ελλάδα η διαφάνεια αφορά δύο διαφορετικά επίπεδα. Το πρώτο είναι η πραγματική καθαρότητα της διαχείρισης. Το δεύτερο είναι η κοινωνική αντίληψη ότι η διαχείριση παραμένει καθαρή. Η χώρα κουβαλά μακρά ιστορία καχυποψίας των πολιτών απέναντι στη χρηστή διαχείριση του δημόσιου πλούτου. Κάθε μεγάλη σύμβαση, κάθε δημόσιο έργο, κάθε νέα ροή χρήματος περνά αμέσως από το ίδιο κοινωνικό φίλτρο: ποιος θα φάει, ποιος θα βολευτεί, ποιος θα βρει τρόπο να χωθεί;
Αυτή η καχυποψία για τη διαφθορά, είτε συμβαίνει είτε όχι, αποκτά πολιτικό αποτύπωμα πολύ πριν πάρει δικαστική μορφή. Αρκεί η ασάφεια, το μισόφωτο, η αίσθηση ότι κάποιοι ξέρουν περισσότερα από όλους τους άλλους και ετοιμάζονται να βρεθούν πρώτοι στη σωστή πόρτα.
Από εκεί και πέρα, ο μηχανισμός δουλεύει μόνος του.
Κυβέρνηση που ακουμπά το θέμα κουβαλά την καχυποψία μιας δυνητικής αρπαχτής.
Και η κάλπη κάνει αυτό που κάνει πάντα, όταν ο θυμωμένος πολίτης νιώθει ότι ο εθνικός πλούτος κατέληξε σε βρώμικες τσέπες: τιμωρεί.
Γι’ αυτό ο μηχανισμός διαφάνειας δεν πρέπει να αποτελεί απλώς ωραία λέξη για παρουσιάσεις PowerPoint. Πρέπει να αποτελεί τον πυρήνα του σχεδίου δράσης. Η χώρα χρειάζεται δημόσια προσβάσιμους κανόνες, σαφείς όρους συμβάσεων, ανεξάρτητους ελεγκτικούς μηχανισμούς με πραγματική ισχύ, συνεχή λογοδοσία για τα έσοδα και τη χρήση τους, καθαρή αρχιτεκτονική για το πού πηγαίνει το όφελος, πώς επενδύεται για το καλό της χώρας και πώς επιστρέφει έπειτα στην κοινωνία.
Χρειάζεται επίσης θεσμικό μηχανισμό αποθήκευσης και επένδυσης του μεγαλύτερου μέρους αυτού του πλούτου, ώστε να μη γίνει εφήμερη σπατάλη για ψηφοθηρία ή διαφθορά κάποιας κυβέρνησης, που θα έρθει μετά να πει ύπουλα άλλο ένα “μαζί τα φάγαμε”. Χρειάζεται να αποκτήσει εθνική υπεραξία που θα κληρονομείται από τη μία γενιά στην επόμενη.
Ο κίνδυνος είναι απολύτως πραγματικός!
Χωρίς μηχανισμούς διαφάνειας και διαχείρισης, το μεγαλύτερο μέρος του οφέλους μπορεί να καταλήξει σε λίγους γνωστούς ολιγάρχες. Αυτούς που ξέρουν να “δουλεύουν” ένα σύστημα που σχεδόν περιμένει από κάποιον να το “δουλέψει”. Αυτούς που κινούνται με άνεση στις εξαιρέσεις, στις ειδικές ρυθμίσεις, στους πρόθυμους μεσάζοντες και στην εθνική τέχνη του “τακτοποιείν”.
Και τότε η εικόνα γίνεται εξοργιστική: λίγοι να μοιράζονται τον πλούτο, πολλοί να ακούνε γι’ αυτόν τον εθνικό πλούτο, και η κοινωνία να συνεχίζει να παλεύει με τα ίδια στενά όρια, την ίδια ανασφάλεια, την ίδια μηνιαία ασφυξία, χωρίς πραγματικό μερίδιο στην υπεραξία.
Το αέριο μπορεί να μας κάνει φτωχότερους αν παράγει περισσότερη προσδοκία από δομή. Αν κάθε πονηρούλης που ακούει τη λέξη “πλούτος”, οργανώνεται με όρους μοιρασιάς πριν η χώρα οργανωθεί με όρους θεσμοθετημένης διαφάνειας.
Η Ελλάδα χρειάζεται τώρα κράτος αντάξιο των δυνητικών νέων προοπτικών της. Ρυθμιστική σταθερότητα. Διοικητική ταχύτητα. Θεσμική συνέπεια. Στρατηγική συνέχεια. Επιθετική διαφάνεια. Καθαρή λογοδοσία. Ένα πλαίσιο που να υπηρετεί το εθνικό συμφέρον σε βάθος δεκαετιών.
Εκεί βρίσκεται το αληθινό κοίτασμα.
Το αέριο προσφέρει απλώς την πρώτη ύλη. Η χώρα θα αποφασίσει αν θα την μετατρέψει σε θησαυρό ή σε άλλη μία αφορμή για ρεμούλα.
Πιο ωμά: έχουμε αρκετούς δισεκατομμυριούχους για χώρα δέκα εκατομμυρίων ή χρειαζόμαστε κι άλλους;