Δικηγορία: Μεταξύ θεσμικής αποστολής και συντεταγμένης απαξίωσης
Γράφει ο Δημήτριος Λυρίτσης Δικηγόρος, Σύμβουλος ΔΣΑ
Υπάρχουν περίοδοι όπου τα γεγονότα δεν αθροίζονται αλλά συμπυκνώνονται σε ένα ενιαίο νόημα. Μια τέτοια περίοδο διανύει σήμερα η δικηγορία, όπου δοκιμάζεται η ίδια η φυσιογνωμία του δικηγόρου ως θεσμικού παράγοντα της δημοκρατίας.
Διαμορφώνεται, μεθοδικά και πολυεπίπεδα, ένα πεδίο όπου η δικηγορία καλείται να απολογείται για τον ρόλο της αντί να τον ασκεί. Και σε αυτό το πεδίο αναδύεται ένα ιδιότυπο τρίγωνο επιρροής, οι παρεμβάσεις του Γιώργου Φλωρίδη, η λαϊκίζουσα ρητορική του Χριστόφορου Σεβαστίδη και η πολιτικοδικανική συμπεριφορά της Ζωής Κωνσταντοπούλου, μολονότι εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, συγκλίνουν εν τοις πράγμασι σε ένα κοινό αποτέλεσμα.
Ένα αποτέλεσμα που δεν είναι άλλο από τη διάρρηξη της εσωτερικής συνοχής της δικηγορίας, την απομείωση του θεσμικού της βάρους και, τελικά, τη σταδιακή αποδυνάμωση της κοινωνικής της νομιμοποίησης, όπου εσφαλμένα η δικηγορία εμφανίζεται είτε ως εμπόδιο είτε ως πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Οι δίκες για την τραγωδία των Τεμπών αποτελούν, δυστυχώς, το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα διολίσθησης της δικαστικής διαδικασίας σε πεδίο πολιτικής σκηνοθεσίας.
Όχι μόνο λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες διεξάγονται, αλλά κυρίως εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο επιχειρήθηκε να ερμηνευθούν — και ενίοτε να απαξιωθούν — οι αντιδράσεις των συγγενών, των συνηγόρων και όσων επιμένουν ότι η δικαιοσύνη συνιστά πρωτίστως ηθική υποχρέωση.
Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό της δικηγορίας εκτυλίσσεται μια παράλληλη, εξίσου κρίσιμη διεργασία.
Ο νέος Κώδικας Δικηγόρων με τις επιχειρούμενες αλλαγές του, όπως οι προαγωγικές εξετάσεις, το καθεστώς των ασκουμένων, η επιδιωκόμενη αναμόρφωση του πειθαρχικού δικαίου, όλα συνθέτουν μια ευρύτερη απόπειρα επανακαθορισμού του επαγγέλματος. Όχι απλώς ως προς τους όρους άσκησής του αλλά ως προς την ίδια του την αυτονομία.
Και μαζί με αυτά, τα θεμελιώδη επαγγελματικά αιτήματα, που αφορούν τον πυρήνα της επαγγελματικής αξιοπρέπειας, παραμένουν ανοιχτά, επίμονα, σχεδόν εκκωφαντικά μέσα στη σιωπή που τα περιβάλλει:
- η αναμόρφωση των γραμματίων προείσπραξης,
- η κατάργηση του τεκμαρτού προσδιορισμού φορολόγησης,
- η αύξηση του ορίου απαλλαγής ΦΠΑ,
- η επαναφορά της υποχρεωτικής παράστασης στα συμβόλαια.
Στον ορίζοντα, δε, προβάλλει η πλήρης εφαρμογή του νέου δικαστικού χάρτη από τον Σεπτέμβριο του 2026, που δεν εξαντλείται σε χωροταξικές ανακατατάξεις, αλλά επηρεάζει βαθιά την πρόσβαση του πολίτη στη δικαιοσύνη και τη δυνατότητα του δικηγόρου να την υπηρετήσει αποτελεσματικά.
Μπροστά σε αυτή τη σύνθετη πραγματικότητα, η απάντηση της δικηγορίας απαιτείται να έχει εσωτερική συνοχή, θεσμική αυτοπεποίθηση και – κυρίως – στρατηγικό προσανατολισμό.
Η δικηγορία διαθέτει σήμερα ηγεσία με νωπή και ισχυρή εντολή.
Αυτό δημιουργεί προσδοκίες αλλά και απαιτήσεις.
Διότι η ισχύς της εντολής δεν κρίνεται στη διατύπωση, αλλά στην κατεύθυνση που λαμβάνει.
Δεν κρίνεται στην αποτύπωση των προβλημάτων αλλά στην ιεράρχηση των απαντήσεων.

Και σε περιόδους πυκνών εξελίξεων, η διάκριση ανάμεσα στο ουσιώδες και στο επουσιώδες είναι κατεξοχήν πολιτική πράξη.
Εδώ ακριβώς ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα, εαν η δικηγορία θα κινηθεί με όρους προνοητικότητας και βάθους ή αν θα εγκλωβιστεί σε έναν κύκλο διαχείρισης της επικαιρότητας και περιορισμένης εμβέλειας επιλογών.
Διότι η ιστορία των θεσμών δεν γράφεται με αποσπασματικές διευθετήσεις αλλά με σαφή χάραξη προσανατολισμού.
Η ενότητα, σε αυτό το πλαίσιο, είναι προϋπόθεση επιτυχίας και επιβίωσης, ως συνειδητή σύμπραξη σε ένα κοινό θεσμικό σχέδιο.
Μια ενότητα που δεν ακυρώνει την κριτική αλλά φροντίζει να την ενσωματώνει δημιουργικά.
Παράλληλα, η δικηγορία οφείλει να είναι παρούσα και στη μεγάλη θεσμική συζήτηση που ανοίγει με τη συνταγματική αναθεώρηση θέτοντας τα ζητήματα που αφορούν τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και το ασυμβίβαστο των αφυπηρετούντων δικαστών με την ανάληψη δημόσιων θέσεων.
Και βεβαίως, δεν μπορεί να αγνοηθεί το μείζον ζήτημα των υποκλοπών.
Η αργόσυρτη πορεία της δικογραφίας, η περιπλάνηση της και ο ορατός κίνδυνος παραγραφής συνθέτουν μια εικόνα που πλήττει την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δικαιοσύνη. Σε τέτοιες στιγμές, η δικηγορία απαιτείται να δηλώσει θεσμικά παρούσα αναλαμβάνοντας τις αναγκαίες πρωτοβουλίες.
Η δικηγορία, ιστορικά, ήταν πάντοτε φορέας παρέμβασης, εγγυητής δικαιωμάτων, εκφραστής κοινωνικών αιτημάτων. Και σήμερα καλείται, εκ νέου, να επιλέξει αν θα επιβεβαιώσει αυτή την παράδοση ή αν θα αρκεστεί σε έναν ρόλο περιορισμένης εμβέλειας.
Διότι, τελικά, το διακύβευμα πέρα από επαγγελματικό, είναι βαθιά πολιτικό και θεσμικό. Και σε αυτό το επίπεδο, κανείς μας δεν θα κριθεί από τις προθέσεις του, αλλά από το αν – και πώς – ανταποκρίθηκε στο βάρος των περιστάσεων.
