Τραμπ, Ιράν και η παγκόσμια οικονομία σε τεντωμένο σκοινί…
Αντιφατικά μηνύματα από τον Λευκό Οίκο, αδιάλλακτο Ιράν και τρία εφιαλτικά σενάρια για πετρέλαιο, ενέργεια και παγκόσμια ανάπτυξη
Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν μπαίνει σε επικίνδυνη φάση, με το βασικό ερώτημα να παραμένει αναπάντητο: τελειώνει σύντομα ή οδηγείται σε μακρά σύγκρουση με τεράστιες οικονομικές συνέπειες. Η απάντηση εξαρτάται από δύο παράγοντες: αν ο Ντόναλντ Τραμπ θα κάνει πίσω, όπως υποστηρίζουν όσοι μιλούν για το «Taco» φαινόμενο, και αν ο τερματισμός από πλευράς ΗΠΑ θα σημάνει και τέλος για Ιράν και Ισραήλ, που βλέπουν τον πόλεμο ως υπαρξιακό.
Η ασάφεια του Τραμπ τροφοδοτεί την αβεβαιότητα. Μέσα σε 48 ώρες δήλωσε ότι ο πόλεμος «θα τελειώσει σύντομα» αλλά και ότι «δεν θα υπάρξει συμφωνία χωρίς άνευ όρων παράδοση» της Τεχεράνης. Το Ιράν απάντησε πως εκείνο θα καθορίσει το τέλος της σύγκρουσης και απείλησε ότι δεν θα επιτρέψει την εξαγωγή ούτε σταγόνας πετρελαίου αν συνεχιστούν οι επιθέσεις. Η επιλογή του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ ως διαδόχου, εν μέσω προσωπικής τραγωδίας, δείχνει ότι η ιρανική ηγεσία δεν έχει καμία διάθεση υποχώρησης.
Η ιστορία δείχνει ότι το Ιράν δεν πρόκειται να παραδοθεί άνευ όρων. Ούτε η Χαμάς λύγισε μετά από δύο χρόνια ισραηλινών βομβαρδισμών. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο θα απαιτούνταν πυρηνικά πλήγματα — ένα σενάριο που κανείς δεν θέλει να φανταστεί, όσο κι αν ο Τραμπ αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα.
Το πιο ρεαλιστικό βραχυπρόθεσμο αποτέλεσμα είναι μια προσωρινή κατάπαυση πυρός. Οι ΗΠΑ μπορεί να θεωρήσουν ότι πέτυχαν τους στόχους τους και να σταματήσουν τις επιθέσεις, ενώ το Ιράν, εξαντλημένο, να περιορίσει τα χτυπήματα. Ο Τραμπ θα μπορούσε να πιέσει το Ισραήλ να παγώσει τις επιχειρήσεις, ακόμη κι αν το ιρανικό καθεστώς παραμείνει όρθιο. Αυτό δεν θα είναι ειρήνη, αλλά μια εύθραυστη παύση.
Υπάρχει όμως και το σενάριο ενός πολέμου χαμηλότερης έντασης, όπου το Ιράν συνεχίζει να χτυπά όσο του επιτρέπουν τα αποθέματα όπλων, ενώ η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ επανέρχεται μερικώς. Σε κάθε περίπτωση, η παγκόσμια οικονομία θα κριθεί από το τι θα συμβεί στις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου και από το μέγεθος της ζημιάς στις ενεργειακές υποδομές.
Η Capital Economics εξετάζει τρία σενάρια:
• Μια σύντομη σύγκρουση δύο εβδομάδων, με απώλεια 1,4% των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και LNG.
• Έναν πόλεμο τριών μηνών με περιορισμένες ζημιές, που κόβει 6% των παγκόσμιων εξαγωγών το 2026.
• Έναν πόλεμο τριών μηνών με σοβαρή καταστροφή υποδομών, κυρίως στο Kharg Island, που αφαιρεί 8–9% των παγκόσμιων εξαγωγών και επηρεάζει και το 2027.
Σε αυτό το τελευταίο σενάριο, το πετρέλαιο μπορεί να εκτοξευθεί στα 150 δολάρια το βαρέλι και το φυσικό αέριο στην Ευρώπη στα 120 δολάρια ανά MWh — επίπεδα που θυμίζουν μόνο το σοκ της δεκαετίας του ’70. Ένας παρατεταμένος πόλεμος θα χτυπήσει σκληρά τις φτωχές χώρες και θα πιέσει τις δυτικές οικονομίες, όπου η ακρίβεια έχει ήδη γίνει πολιτική βόμβα.
Ωστόσο, οι οικονομίες σήμερα είναι λιγότερο εξαρτημένες από το πετρέλαιο, οι κεντρικές τράπεζες έχουν καλύτερα εργαλεία για τον πληθωρισμό και η Ευρώπη έχει αποδείξει ότι μπορεί να προσαρμοστεί σε ακριβό φυσικό αέριο. Τα μαθήματα είναι σαφή: επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές, σταθερές προσδοκίες για τον πληθωρισμό και στοχευμένη στήριξη μόνο σε όσους πλήττονται περισσότερο.
Το μεγαλύτερο μάθημα όμως είναι πολιτικό. Μια κατάπαυση πυρός είναι πιθανή, αλλά καθόλου δεδομένη. Η ιστορία έχει δείξει ότι οι ΗΠΑ συχνά ξεκινούν πολέμους εύκολα και τους τελειώνουν δύσκολα. Και όπως ο Harold Wilson κράτησε τη Βρετανία μακριά από το Βιετνάμ, έτσι και σήμερα η αποφυγή μιας νέας μακρόχρονης καταστροφής είναι ζήτημα πολιτικής κρίσης — όχι στρατιωτικής ισχύος.