Από τα λιπάσματα στα τρόφιμα: Το «ντόμινο» επιπτώσεων του πολέμου στη Μέση Ανατολή

Από τα λιπάσματα στα τρόφιμα: Το «ντόμινο» επιπτώσεων του πολέμου στη Μέση Ανατολή
58 / 100 SEO Score

Πώς το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ απειλεί την παγκόσμια αγροτική παραγωγή, τις τιμές σιτηρών και τη ναυτιλία

Οι πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή έχουν στρέψει τα βλέμματα στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, όμως οι επιπτώσεις τους εξαπλώνονται πολύ πέρα από την ενέργεια. Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ έχει ήδη προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στο εμπόριο λιπασμάτων και αναμένεται να επηρεάσει μεσοπρόθεσμα την παραγωγή σιτηρών και τις τιμές των τροφίμων παγκοσμίως.

Λιγότερο γνωστό στο ευρύ κοινό είναι ότι από τα Στενά του Ορμούζ διέρχεται περίπου το 25% των παγκόσμιων θαλάσσιων εξαγωγών αζώτου, το 45% του θείου και το 10% του φωσφόρου – ουσίες που αποτελούν τη βάση των γεωργικών λιπασμάτων. Η σημασία της περιοχής αποτυπώνεται και στον αριθμό των πλοίων που έχουν εγκλωβιστεί στον Περσικό Κόλπο: 325 bulk carriers, μεταξύ των οποίων δεκάδες Kamsarmax, Panamax, Ultramax και Handysize.

Οι βασικοί εξαγωγείς της περιοχής –Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ και Κατάρ– μεταφέρουν θείο, αμμωνία και ουρία προς αγορές όπως η Ινδία, η Δυτική Αφρική και η Νοτιοανατολική Ασία. Το 2025 μόνο η QatarEnergy εξήγαγε 5,4 εκατ. τόνους ουρίας, περίπου το 10% των παγκόσμιων εξαγωγών. Η πρόσφατη διακοπή λειτουργίας της εγκατάστασης στο Ρας Λαφάν μετά από επίθεση με drones απέσυρε από την αγορά μια κρίσιμη πηγή λιπασμάτων, προκαλώντας άμεση άνοδο τιμών.

Το φυσικό αέριο αποτελεί το 60%–70% του μεταβλητού κόστους παραγωγής αζωτούχων λιπασμάτων, γεγονός που καθιστά τον κλάδο εξαιρετικά ευαίσθητο στις διακυμάνσεις των τιμών του. Η αύξηση των τιμών και η μείωση των ροών LNG από το Κατάρ ανάγκασαν χώρες όπως η Ινδία και το Μπαγκλαντές να περιορίσουν ή να διακόψουν την παραγωγή λιπασμάτων, με πολλαπλά εργοστάσια να σταματούν τη λειτουργία τους.

Η κρίση στα λιπάσματα αναμένεται να μεταφερθεί σύντομα και στην παραγωγή σιτηρών. Η μείωση της προσφοράς λιπασμάτων συμπίπτει με την εαρινή περίοδο σποράς στο Βόρειο Ημισφαίριο, όταν η ζήτηση για αζωτούχα λιπάσματα κορυφώνεται. Οι υψηλότερες τιμές, οι καθυστερήσεις στις αποστολές και το αυξημένο κόστος μεταφοράς ενδέχεται να οδηγήσουν τους αγρότες είτε σε περιορισμό της χρήσης θρεπτικών συστατικών είτε σε απορρόφηση υψηλότερων εισροών, με άμεσο αντίκτυπο στις αποδόσεις.

Σε αντίθεση με το πετρέλαιο, τα λιπάσματα δεν διαθέτουν στρατηγικά αποθέματα, αφήνοντας την παγκόσμια γεωργία εκτεθειμένη. Ακόμη και μικρές μειώσεις στη χρήση λιπασμάτων μπορούν να μειώσουν τις αποδόσεις βασικών καλλιεργειών όπως το σιτάρι, το καλαμπόκι και το ρύζι. Οι επιπτώσεις αναμένεται να φανούν σε 6–9 μήνες, με πιθανή άνοδο του πληθωρισμού τροφίμων, περιορισμό των αποθεμάτων σιτηρών και αυξημένους κινδύνους επισιτιστικής ασφάλειας για χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές.

Για τη ναυτιλία, ο άμεσος αντίκτυπος παραμένει περιορισμένος, καθώς τα λιπάσματα αντιστοιχούν μόλις στο 4% του παγκόσμιου εμπορίου χύδην ξηρού φορτίου και μεταφέρονται κυρίως από μικρότερα πλοία. Ωστόσο, η μελλοντική μείωση της παραγωγής σιτηρών θα μπορούσε να μειώσει τους όγκους μεταφοράς το 2026, επηρεάζοντας τη ζήτηση για bulk carriers.

Η κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή υπενθυμίζει πόσο στενά συνδεδεμένες είναι οι αγορές εμπορευμάτων και πόσο ευάλωτες παραμένουν στις γεωπολιτικές αναταράξεις. Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στην ενέργεια, αλλά απλώνονται σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού που στηρίζουν την παγκόσμια παραγωγή τροφίμων.

ΠΗΓΗ