Ο Λευκός Οίκος προωθεί σχέδιο Τραμπ για εξαιρέσεις δασμών στα τσιπ: Στήριξη στην AI και ανταλλάγματα από την TSMC
Πώς Amazon, Google και Microsoft ενδέχεται να εισάγουν τσιπ χωρίς τέλη – Η συμφωνία ΗΠΑ–Ταϊβάν, οι επενδύσεις δισεκατομμυρίων και οι γεωπολιτικές ισορροπίες
Η κυβέρνηση Τραμπ προωθεί ένα φιλόδοξο σχέδιο που στοχεύει να αναδιαμορφώσει την αγορά ημιαγωγών στις Ηνωμένες Πολιτείες, προσφέροντας εξαιρέσεις από δασμούς σε μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες όπως η Amazon, η Google και η Microsoft. Το σχέδιο, το οποίο αποκαλύπτουν οι Financial Times, εντάσσεται στη στρατηγική της Ουάσιγκτον να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή τσιπ και να στηρίξει την εκρηκτική ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης, σε μια περίοδο όπου η ζήτηση για προηγμένα τσιπ αυξάνεται με πρωτοφανείς ρυθμούς.
Από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει καταστήσει τους δασμούς κεντρικό εργαλείο της εμπορικής πολιτικής του, απειλώντας με υψηλές επιβαρύνσεις τις εισαγωγές ημιαγωγών ώστε να πιέσει για μεγαλύτερη παραγωγή εντός των ΗΠΑ. Το υπουργείο Εμπορίου εξετάζει τώρα ένα σύστημα «carve‑outs» για τους hyperscalers, δηλαδή τις εταιρείες που λειτουργούν τεράστια κέντρα δεδομένων, με τις εξαιρέσεις να συνδέονται άμεσα με τις επενδυτικές δεσμεύσεις της Taiwan Semiconductor Manufacturing Company (TSMC).
Η TSMC, ο μεγαλύτερος κατασκευαστής τσιπ στον κόσμο και βασικός προμηθευτής προηγμένων AI chips, έχει δεσμευτεί για επενδύσεις ύψους 165 δισ. δολαρίων στις ΗΠΑ, κυρίως στην Αριζόνα. Η εταιρεία παράγει τα πιο εξελιγμένα τσιπ παγκοσμίως, τα οποία χρησιμοποιούνται σε συστήματα AI από όλες τις μεγάλες αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας. Το σχέδιο του Λευκού Οίκου έρχεται μετά τις προειδοποιήσεις του Ιανουαρίου 2026 για την επιβολή «σημαντικών δασμών» σε εισαγωγές τσιπ στο πλαίσιο έρευνας εθνικής ασφάλειας. Ήδη ισχύουν δασμοί 25% σε συγκεκριμένες κατηγορίες τσιπ που εισάγονται στις ΗΠΑ και επανεξάγονται στην Κίνα από εταιρείες όπως η Nvidia και η AMD, επιτρέποντας στην κυβέρνηση να εισπράττει το 25% της αξίας των πωλήσεων.

Το πρόγραμμα εξαιρέσεων βασίζεται στη συμφωνία ΗΠΑ–Ταϊβάν του Ιανουαρίου 2026, η οποία μείωσε τους δασμούς σε εισαγωγές από την Ταϊβάν στο 15% από 20%, με αντάλλαγμα επενδύσεις 250 δισ. δολαρίων από ταϊβανικές εταιρείες στον αμερικανικό κλάδο τσιπ και άλλα 250 δισ. σε εγγυήσεις πίστωσης. Στο πλαίσιο αυτό, εταιρείες όπως η TSMC που κατασκευάζουν εργοστάσια στις ΗΠΑ μπορούν να εισάγουν χωρίς δασμούς ποσότητες τσιπ έως 2,5 φορές την προγραμματισμένη χωρητικότητα κατά την περίοδο κατασκευής και 1,5 φορά μετά την ολοκλήρωση των εγκαταστάσεων. Η TSMC έχει τη δυνατότητα να «μοιράσει» αυτές τις εξαιρέσεις στους αμερικανικούς πελάτες της, επιτρέποντας σε Amazon, Google και Microsoft να εισάγουν τσιπ χωρίς τέλη, ανάλογα με την προβλεπόμενη παραγωγή στις ΗΠΑ.
Ο υπουργός Εμπορίου, Χάουαρντ Λούτνικ, αποκάλυψε ότι η TSMC έχει αγοράσει εκατοντάδες στρέμματα δίπλα στις υπάρχουσες εγκαταστάσεις της στην Αριζόνα, με στόχο να διπλασιάσει την παρουσία της. Η κίνηση αυτή ενισχύει την αμερικανική προσπάθεια να μειώσει την εξάρτηση από την Ταϊβάν, ενώ παράλληλα στηρίζει την ανάπτυξη της AI, η οποία απαιτεί τεράστιες ποσότητες προηγμένων τσιπ.
Οι hyperscalers εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την TSMC για τα πιο εξελιγμένα AI chips: η Microsoft χρησιμοποιεί 3nm τσιπ για το Maia 200, η Google για τα TPU v7e και v8p, η Amazon για το Trainium 3 και η Meta για το MTIA v3. Χωρίς εξαιρέσεις, οι δασμοί θα εκτόξευαν το κόστος κατασκευής των κέντρων δεδομένων που τροφοδοτούν την παγκόσμια «AI boom», επιβραδύνοντας την ανάπτυξη του κλάδου.
Παρά τα οφέλη, αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι το σχέδιο βρίσκεται ακόμη σε «ρευστή κατάσταση» και δεν έχει λάβει την τελική έγκριση του Τραμπ. Υπάρχουν φόβοι ότι μπορεί να εξελιχθεί σε «δώρο» προς την TSMC χωρίς επαρκείς εγγυήσεις, ενώ κρίσιμες λεπτομέρειες, όπως το ακριβές μέγεθος των rebates, εξαρτώνται από τις προβλέψεις παραγωγής της εταιρείας.
Το σχέδιο θυμίζει τις προηγούμενες απειλές Τραμπ για δασμούς έως 100% σε μη αμερικανικά τσιπ, αλλά η τρέχουσα προσέγγιση φαίνεται πιο ισορροπημένη, ενισχυμένη από το πλαίσιο του CHIPS Act, παρά την κριτική που έχει ασκήσει ο ίδιος ο Τραμπ στο πρόγραμμα. Η συμφωνία ΗΠΑ–Ταϊβάν εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική «chip diplomacy», με την Ταϊβάν να επενδύει μαζικά στις ΗΠΑ για να αποφύγει σενάρια πιο επιθετικών δασμών.
Αν τελικά υλοποιηθεί, το σχέδιο θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά την αμερικανική κυριαρχία στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης, να δημιουργήσει χιλιάδες θέσεις εργασίας και να μειώσει τους γεωπολιτικούς κινδύνους που συνδέονται με την εξάρτηση από την Ασία. Προς το παρόν, ούτε το υπουργείο Εμπορίου ούτε ο Λευκός Οίκος ούτε η TSMC έχουν σχολιάσει επίσημα το δημοσίευμα, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αλλαγών. Οι αγορές και οι αναλυτές παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, γνωρίζοντας ότι οι αποφάσεις αυτές θα καθορίσουν την πορεία της παγκόσμιας αλυσίδας εφοδιασμού τσιπ τα επόμενα χρόνια.