Προ των πυλών το τσουνάμι αλλαγών στον ιδιωτικό τομέα
Τη Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου μπαίνουν σε εφαρμογή το 13ωρο, η τετραήμερη εργασία, αλλά και η απασχόληση της έκτης ημέρας ως «έκτακτη βάρδια»…
Η ενεργοποίηση του πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ του υπουργείου Εργασίας, από την επόμενη Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου, συνεπάγεται την εφαρμογή μιας σειράς διατάξεων που ψηφίστηκαν όλο το προηγούμενο διάστημα και αλλάζουν άρδην το εργασιακό τοπίο για χιλιάδες εργαζομένους.
Οι κυριότερες αλλαγές αφορούν: την εργασία 13 ωρών ημερησίως στον ίδιο εργοδότη, τη δυνατότητα τετραήμερης εργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και όχι μόνο για ορισμένες χρονικές περιόδους, αλλά και την εργασία την έκτη ημέρα ως «έκτακτη βάρδια». Οπως εξηγεί στην «κυριακάτικη δημοκρατία» ο δικηγόρος – εργατολόγος Γιώργος Γκίκας, με τον νόμο 5239/2025 (ΦΕΚ Α΄ 178/17.10.2025) και την πλήρη ενεργοποίηση του πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ από τις 16 Φεβρουαρίου 2026, «η ελληνική αγορά εργασίας εισέρχεται σε μια νέα εποχή απόλυτης “ευελιξίας”.
Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια βαθιά αναδιάρθρωση του χρόνου εργασίας, με κεντρικό άξονα τη δυνατότητα απασχόλησης έως 13 ωρών ημερησίως σε έναν εργοδότη, την επαναφορά της έκτης ημέρας εργασίας και τη γενικευμένη διευθέτηση του ωραρίου σε εβδομαδιαία, μηνιαία ή ακόμη και ετήσια βάση». Τυπικά το νέο πλαίσιο διακηρύσσει ότι σέβεται τα ευρωπαϊκά όρια, δηλαδή τις 48 ώρες εργασίας εβδομαδιαίως κατά μέσο όρο, τις 150 ώρες υπερωριακής απασχόλησης ετησίως και την υποχρεωτική 11ωρη ημερήσια ανάπαυση. Ουσιαστικά όμως αναδιαρθρώνει ριζικά τον χαρακτήρα της εργασιακής σχέσης, μεταφέροντας το σύνολο του κινδύνου και της προσαρμογής στον εργαζόμενο.
«Η ρύθμιση για τη δυνατότητα εργασίας 13 ωρών παρουσιάζεται ως “κατ’ εξαίρεση” δυνατότητα και ως επιλογή του εργαζομένου. Στην πράξη όμως η πρόβλεψη ότι ο εργαζόμενος οφείλει να αιτιολογήσει την άρνησή του και μάλιστα κατά τρόπο που να μην αντίκειται στην αρχή της καλής πίστης αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η άρνηση καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής και δυνητικά επισφαλής, ιδίως σε ένα περιβάλλον ατομικών συμβάσεων εργασίας και ασύμμετρης διαπραγματευτικής ισχύος. Δεν πρόκειται συνεπώς για ελεύθερη συναίνεση αλλά για νομοθετημένη πίεση» σημειώνει ο κ. Γκίκας.
Παράλληλα, η διευθέτηση του χρόνου εργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και η δυνατότητα τετραήμερης εργασίας με συμπίεση ωραρίου διαλύουν τη σταθερότητα του εργασιακού προγραμματισμού. Ο εργάσιμος χρόνος παύει να αποτελεί προβλέψιμο πλαίσιο ζωής και μετατρέπεται σε μεταβλητή που προσαρμόζεται στις ανάγκες της επιχείρησης. Ο οικογενειακός, κοινωνικός και προσωπικός προγραμματισμός καθίσταται πρακτικά αδύνατο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η επαναφορά της έκτης ημέρας εργασίας, ακόμα κι αν αυτή περιγράφεται ως «έκτακτη» και «αυστηρά ρυθμισμένη». Η σχετική απόφαση ανήκει αποκλειστικά και μόνο στον εργοδότη διαμέσου της άσκησης του διευθυντικού του δικαιώματος και γίνεται με απλή δήλωσή του στο ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ. Η συλλογική διαπραγμάτευση απουσιάζει παντελώς και έτσι καταλήγουμε στην ατομική σύμβαση που αποτελεί μόνο μια τυπική αποδοχή μονομερώς επιβαλλόμενων από τον εργοδότη όρων.
«Οι νέες ρυθμίσεις προσφέρουν στον εργοδότη ευελιξία χωρίς ουσιαστικό κόστος. Φθηνότερες υπερωρίες, άμεση προσαρμογή του εργατικού δυναμικού στον φόρτο εργασίας, περιορισμός της ανάγκης για νέες προσλήψεις και ψηφιακή κάλυψη μέσω της τυπικής συμμόρφωσης στο ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ. Η ψηφιοποίηση αντί να λειτουργήσει ως εργαλείο προστασίας μετατρέπεται σε μηχανισμό νομιμοποίησης της υπερεργασίας. Το κρίσιμο ερώτημα ωστόσο αφορά την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων. Η εμπειρία και τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η παρατεταμένη εργασία, η κόπωση και η έλλειψη πραγματικής ανάπαυσης αυξάνουν δραματικά τον κίνδυνο εργατικών ατυχημάτων»…