Φορολογικοί έλεγχοι σε «πραγματικό χρόνο» – Η ΑΑΔΕ αποκτά πλήρη εικόνα των τραπεζικών κινήσεων
Ηλεκτρονική επανάσταση στους φορολογικούς ελέγχους φέρνει η διασύνδεση της ΑΑΔΕ με το τραπεζικό σύστημα, η οποία αναμένεται να ενεργοποιηθεί μέσα στο 2026. Με το νέο καθεστώς, η εφορία θα έχει άμεση και συνεχή πρόσβαση σε τραπεζικούς λογαριασμούς, καταθέσεις, αναλήψεις, μεταφορές κεφαλαίων και συναλλαγές με κάρτες, επιτρέποντας αυτοματοποιημένους ελέγχους χωρίς καθυστερήσεις.
Οι λογαριασμοί φυσικών και νομικών προσώπων μετατρέπονται σε βασικό εργαλείο φορολογικής εποπτείας, καθώς οι κινήσεις θα συγκρίνονται με τα δηλωθέντα εισοδήματα και τον κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων. Η διασύνδεση θα καλύπτει λογαριασμούς πληρωμών, προπληρωμένες και πιστωτικές κάρτες, καθώς και όλες τις σχετικές εξοφλήσεις.
Τι θα παρακολουθεί η ΑΑΔΕ
Το σύστημα προβλέπει συνεχή έλεγχο:
- καταθέσεων και αναλήψεων,
- μεταφορών χρημάτων μεταξύ λογαριασμών,
- πληρωμών προς και από ιδιώτες και επιχειρήσεις,
- συναλλαγών μέσω καρτών και εξοφλήσεων καρτών.
Ήδη χιλιάδες φορολογούμενοι με υψηλές τραπεζικές κινήσεις περνούν από ηλεκτρονικές διασταυρώσεις, με επίκεντρο ελεύθερους επαγγελματίες, επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα με μεγάλα ποσά σε κίνηση.
Οι τράπεζες υποχρεούνται κάθε χρόνο:
- έως τέλος Φεβρουαρίου να αποστέλλουν στοιχεία για μεγάλες καταθέσεις, αναλήψεις και επενδύσεις,
- έως 30 Απριλίου να διαβιβάζουν δεδομένα για εμβάσματα, επιταγές, εισπράξεις μέσω καρτών και συναλλαγές υψηλής αξίας.
Όταν οι κινήσεις δεν δικαιολογούνται
Αν από τις διασταυρώσεις προκύψουν ποσά που δεν καλύπτονται από τα δηλωθέντα εισοδήματα, οι φορολογούμενοι καλούνται να αποδείξουν τη νόμιμη προέλευσή τους. Διαφορετικά, χαρακτηρίζονται ως «παράνομη προσαύξηση περιουσίας» και φορολογούνται με συντελεστή 33%. Ο εντοπισμός γίνεται μέσω του λογισμικού Αυτοματοποιημένου Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας (ΕΛΑΕΠΠ).
Έρχεται και «group taxation» για τους ομίλους
Παράλληλα, προωθείται η θέσπιση ενιαίου πλαισίου φορολόγησης για επιχειρηματικούς ομίλους. Το νέο σύστημα θα αντιμετωπίζει τις εταιρείες ως μέλη ενός ενιαίου φορολογικού συνόλου, επιτρέποντας κοινή φορολογική δήλωση και απλοποιημένη συμμόρφωση, με στόχο μεγαλύτερη διαφάνεια και σταθερότητα.