Φέτα χωρίς γάλα; Το αθέατο αδιέξοδο πίσω από το εξαγωγικό success story

Φέτα χωρίς γάλα; Το αθέατο αδιέξοδο πίσω από το εξαγωγικό success story
69 / 100 SEO Score

Αν διαβάσει κανείς τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, εύκολα θα συμπεράνει ότι η ελληνική κτηνοτροφία διανύει περίοδο ακμής. Οι εξαγωγές φέτας καταγράφουν ιστορικά ρεκόρ, οι τιμές στο εξωτερικό παραμένουν υψηλές και η ζήτηση δείχνει αμείωτη. Πίσω όμως από τη λαμπερή εικόνα των αριθμών, στα ελληνικά βουνά εξελίσσεται μια αθόρυβη αλλά βαθιά κρίση που απειλεί το ίδιο το θεμέλιο του εθνικού μας brand: την αιγοπροβατοτροφία.

Το 2026 βρίσκει τον κλάδο αντιμέτωπο με ένα υπαρξιακό ερώτημα. Η αγορά ζητά φέτα, αλλά η Ελλάδα κινδυνεύει να μην έχει αρκετό γάλα για να την παράγει. Το παράδοξο είναι ότι οι τιμές παραγωγού στο πρόβειο γάλα κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, αγγίζοντας ή και ξεπερνώντας τα 1,60-1,70 ευρώ το κιλό. Αντί όμως αυτό να οδηγεί σε αύξηση των κοπαδιών, παρατηρείται συρρίκνωσή τους, καθώς η ευλογιά εξαναγκάζει σε μαζικές σφαγές ζώων και το αυξημένο κόστος ζωοτροφών και ενέργειας εξανεμίζει κάθε περιθώριο κέρδους.

Πέρα από τα οικονομικά, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι κοινωνικό. Η κτηνοτροφία παραμένει από τις πιο σκληρές και απαιτητικές δραστηριότητες του πρωτογενούς τομέα, χωρίς ωράρια, αργίες ή διακοπές. Οι παλαιότεροι αποχωρούν και οι νεότεροι αρνούνται να συνεχίσουν, επιλέγοντας την αστική ζωή. Την ίδια στιγμή, η έλλειψη εργατών γης επιδεινώνεται, καθώς ακόμη και οι μετανάστες που στήριξαν τον κλάδο επί δεκαετίες στρέφονται σε δουλειές με λιγότερη δέσμευση, κυρίως στον τουρισμό.

Το αποτέλεσμα είναι διπλά καταστροφικό. Εκτός από τις αναγκαστικές σφαγές λόγω ασθενειών, πολλοί κτηνοτρόφοι οδηγούν παραγωγικά κοπάδια στα σφαγεία επειδή αδυνατούν να τα διαχειριστούν. Με αυτόν τον τρόπο πωλείται το ίδιο το «κεφάλαιο» της παραγωγής, υπονομεύοντας τη διαθεσιμότητα γάλακτος για τα επόμενα χρόνια. Και εδώ το ζήτημα αποκτά εθνικές διαστάσεις, καθώς η φέτα, ως προϊόν ΠΟΠ, μπορεί να παραχθεί αποκλειστικά από ελληνικό αιγοπρόβειο γάλα.

Αν η πρώτη ύλη λιγοστεύει, οι γαλακτοβιομηχανίες βρίσκονται μπροστά σε σκληρά διλήμματα: είτε να πληρώνουν το γάλα σε εξαιρετικά υψηλές τιμές, μετατρέποντας τη φέτα σε προϊόν πολυτελείας, είτε να αδυνατούν να καλύψουν τη διεθνή ζήτηση. Σε κάθε περίπτωση, το κενό στα ράφια του εξωτερικού δεν μένει κενό για πολύ. Καλύπτεται άμεσα από το «λευκό τυρί» χωρών όπως η Δανία, η Γερμανία και η Γαλλία, που είναι φθηνότερο, παράγεται από αγελαδινό γάλα και μοιάζει οπτικά με φέτα. Αν χαθεί το ράφι, δύσκολα ανακτάται.

Το παραδοσιακό μοντέλο του μοναχικού κτηνοτρόφου στα βουνά φθίνει. Η επιβίωση της φέτας προϋποθέτει μετάβαση σε μια σύγχρονη, επιχειρηματική κτηνοτροφία, με επενδύσεις σε αυτοματοποίηση, γενετική βελτίωση και σταθερές συνεργασίες με τη βιομηχανία που θα εξασφαλίζουν προβλέψιμο εισόδημα. Χωρίς κτηνοτρόφους δεν υπάρχει γάλα και χωρίς γάλα η φέτα κινδυνεύει να μείνει είτε μια ακριβή ανάμνηση είτε ένα προϊόν για λίγους. Το πραγματικό στοίχημα είναι να αποδειχθεί ότι η κτηνοτροφία μπορεί να γίνει ξανά μια βιώσιμη και ελκυστική επιλογή για τους νέους, σε ένα περιβάλλον που δεν θα τους αντιμετωπίζει ως αναλώσιμους κρίκους της αλυσίδας.

ΠΗΓΗ-ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ