Νέα εγκύκλιος ΕΦΚΑ: Πότε λύεται η υπαλληλική σχέση στο Δημόσιο λόγω συνταξιοδότησης
Σαφές πλαίσιο για το πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις αποχωρούν οι δημόσιοι υπάλληλοι λόγω συνταξιοδότησης θέτει νέα εγκύκλιος του ΕΦΚΑ, η οποία ξεκαθαρίζει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η παραμονή στην υπηρεσία είναι δυνατή ακόμη και μετά την έκδοση της συνταξιοδοτικής απόφασης. Η εγκύκλιος διευκρινίζει ότι, παρότι η σύνταξη αναστέλλεται για όσους συνεχίζουν να εργάζονται και δεν έχουν συμπληρώσει το 62ο έτος, η λύση της υπαλληλικής σχέσης δεν αποτελεί πάντα προϋπόθεση για την υποβολή αίτησης.
Ο ΕΦΚΑ επισημαίνει ότι για συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από την έκδοση της συνταξιοδοτικής απόφασης. Αυτό αφορά κυρίως συμβασιούχους και υπαλλήλους που διατήρησαν το ασφαλιστικό καθεστώς του ΙΚΑ κατά τη μονιμοποίησή τους.
Η εγκύκλιος περιγράφει αναλυτικά πέντε κατηγορίες υπαλλήλων και τι ισχύει για καθεμία. Για τους μόνιμους υπαλλήλους που προσλήφθηκαν μετά το 2011 και ασφαλίζονται στο πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, απαιτείται πρώτα λύση της υπαλληλικής σχέσης για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος ή αναπηρίας. Αντίθετα, οι μόνιμοι υπάλληλοι ΝΠΔΔ που υπάγονται στο ειδικό καθεστώς του ν. 3163/1955 μπορούν να επιλέξουν μεταξύ υπαλληλικών και κοινών διατάξεων μόνο μετά την αποχώρησή τους.
Για τους υπαλλήλους ΝΠΔΔ που διατήρησαν το καθεστώς ΙΚΑ, δεν απαιτείται λύση της σχέσης για την αίτηση συνταξιοδότησης, όμως η αποχώρηση γίνεται αυτοδικαίως με την έκδοση της απόφασης. Αντίστοιχα, για τους ΙΔΑΧ ασφαλισμένους στο πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, η αίτηση μπορεί να υποβληθεί χωρίς λύση της σχέσης, η οποία τερματίζεται αυτόματα με τη συνταξιοδότηση. Στους ΙΔΟΧ, η παραμονή στην υπηρεσία δεν εμποδίζει την έναρξη καταβολής της σύνταξης.
Η εγκύκλιος υπογραμμίζει ότι δεν υπάρχει ενιαίο καθεστώς για όλους τους εργαζομένους, καθώς ο χρόνος αποχώρησης εξαρτάται από τη σχέση εργασίας, το ασφαλιστικό καθεστώς και τον λόγο συνταξιοδότησης. Οι υπάλληλοι καλούνται να εξετάζουν προσεκτικά τη δική τους περίπτωση, ώστε να αποφύγουν λάθη που μπορεί να οδηγήσουν σε καθυστερήσεις ή αναστολή της σύνταξης.