Καταιγιστικές πιέσεις στο ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα…
Η νέα έκθεση «Pensions at a Glance 2025» αναδεικνύει τη γήρανση του πληθυσμού, τη μείωση του εργατικού δυναμικού και τις χαμηλές γεννήσεις ως βασικούς κινδύνους για τη βιωσιμότητα των συντάξεων.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που θα αντιμετωπίσουν τις εντονότερες πιέσεις στα συνταξιοδοτικά τους συστήματα τις επόμενες δεκαετίες, σύμφωνα με τη νέα έκθεση του ΟΟΣΑ «Pensions at a Glance 2025». Η δημογραφική γήρανση, η δραματική συρρίκνωση του εργατικού πληθυσμού και οι χαμηλοί δείκτες γονιμότητας συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα που απειλεί τη βιωσιμότητα των μελλοντικών συντάξεων.
Η έκθεση προβλέπει ότι η Ελλάδα θα βιώσει μία από τις μεγαλύτερες αυξήσεις στον δείκτη εξάρτησης ηλικιωμένων – δηλαδή τον αριθμό των ατόμων άνω των 65 ετών σε σχέση με τον πληθυσμό εργασιακής ηλικίας – την περίοδο 2025-2050. Ο δείκτης αναμένεται να αυξηθεί κατά πάνω από 25 μονάδες, τοποθετώντας τη χώρα στην κορυφή της λίστας με τη μεγαλύτερη προβολή γήρανσης του πληθυσμού. Ήδη από το 2000 έως σήμερα, η Ελλάδα έχει δει τον δείκτη να εκτοξεύεται, ενώ το επόμενο κύμα γήρανσης θα είναι ακόμη ισχυρότερο.
Το πρόβλημα επιτείνεται από τη δραματική μείωση του εργατικού δυναμικού. Ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι η Ελλάδα αναμένεται να χάσει πάνω από 30% του πληθυσμού ηλικίας 20-64 μέσα στα επόμενα 40 χρόνια, εξέλιξη που θα περιορίσει σοβαρά τη δυνατότητα χρηματοδότησης των συντάξεων μέσα από το παραδοσιακό διανεμητικό σύστημα. Η συρρίκνωση αυτή είναι από τις πιο έντονες στον ΟΟΣΑ και συγκρίσιμη με χώρες όπως η Ιαπωνία, η Ισπανία και η Σλοβακία.
Κεντρικό ρόλο στη δημογραφική κρίση παίζει η κατάρρευση της γονιμότητας. Οι προβλέψεις για ανάκαμψη των γεννήσεων αποδείχθηκαν υπεραισιόδοξες, καθώς η πτωτική πορεία συνεχίστηκε, με αποτέλεσμα οι νέες γενιές να είναι πολύ μικρότερες από τις προηγούμενες. Αυτό ενισχύει τον κίνδυνο οικονομικής ασφυξίας των συνταξιοδοτικών ταμείων. Οι πολιτικές ενίσχυσης της γονιμότητας αποδίδουν αργά και δεν μπορούν να καλύψουν με βεβαιότητα τις μελλοντικές ανάγκες.
Η έκθεση δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στις ανισότητες μεταξύ ανδρών και γυναικών. Αν και η Ελλάδα δεν βρίσκεται στις χώρες με τις ακραίες διαφορές, η υστέρηση των γυναικών στην αγορά εργασίας, οι χαμηλότεροι μισθοί και οι διακοπές καριέρας λόγω φροντίδας παιδιών ή ηλικιωμένων δημιουργούν σημαντικές επιπτώσεις στο ύψος των μελλοντικών συντάξεων. Στο σύνολο του ΟΟΣΑ, οι γυναίκες λαμβάνουν κατά μέσο όρο 23% χαμηλότερες συντάξεις από τους άνδρες το 2024, παρά τη σταδιακή μείωση της ανισότητας την τελευταία δεκαετία.
Επιπλέον, η Ελλάδα καταγράφει χαμηλά ποσοστά απασχόλησης στις ηλικίες 55-64 ετών, γεγονός που υπονομεύει τις δυνατότητες ενίσχυσης του συστήματος μέσω παράτασης του εργασιακού βίου. Η κατάσταση επιβαρύνεται από τα υψηλά ποσοστά φτώχειας των ηλικιωμένων, τα οποία παραμένουν σταθερά πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Ο ΟΟΣΑ τονίζει ότι η αντιμετώπιση των προκλήσεων απαιτεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική, που να συνδυάζει μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό, αλλαγές στην αγορά εργασίας, βελτιώσεις στις πολιτικές ισότητας των φύλων και μέτρα στήριξης της οικογένειας.