Η Ελλάδα στον χάρτη της υπογεννητικότητας: Ανησυχητικά στοιχεία για το μέλλον
Η Νότια Κορέα, η Ταϊβάν και η Σιγκαπούρη με τα χαμηλότερα ποσοστά – Η Ελλάδα ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες που βλέπουν τον πληθυσμό τους να συρρικνώνεται.
Τα τελευταία στοιχεία του ΟΗΕ αποτυπώνουν μια παγκόσμια τάση υπογεννητικότητας, με ολοένα και περισσότερες χώρες να βλέπουν τον δείκτη γονιμότητας να υποχωρεί κάτω από το όριο των 2,1 παιδιών ανά γυναίκα, που θεωρείται απαραίτητο για τη διατήρηση σταθερού πληθυσμού χωρίς μετανάστευση.
Το 2024 ο μέσος δείκτης γονιμότητας μειώθηκε κατά 6,2% σε σχέση με το 2019, φτάνοντας στα 2,25 παιδιά ανά γυναίκα. Στην Υποσαχάρια Αφρική η εικόνα παραμένει αντίθετη, με χώρες όπως το Τσαντ (6,03) και η Σομαλία (6,01) να καταγράφουν τα υψηλότερα ποσοστά.
Στον αντίποδα, η Ανατολική Ασία και η Ευρώπη βρίσκονται στην κορυφή της υπογεννητικότητας. Η Νότια Κορέα κατέχει το χαμηλότερο ποσοστό παγκοσμίως με μόλις 0,73 παιδιά ανά γυναίκα, ακολουθούμενη από την Ταϊβάν (0,86), τη Σιγκαπούρη (0,95), την Ουκρανία (0,99) και την Κίνα (1,01). Στην Ιαπωνία ο δείκτης φτάνει στο 1,217.
Η Ελλάδα καταγράφει δείκτη 1,336, χαμηλότερο από την Κύπρο (1,380) και την Τουρκία (1,621), αλλά κοντά σε χώρες όπως η Πολωνία (1,304), η Λετονία (1,342) και η Εσθονία (1,363). Στην Ευρώπη, οι πιο χαμηλές επιδόσεις εμφανίζουν η Ιταλία (1,206), η Ισπανία (1,221) και η Μάλτα (1,106).
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η διατήρηση τόσο χαμηλών ποσοστών γονιμότητας συνεπάγεται επιδείνωση του δημογραφικού προβλήματος, με αρνητικές συνέπειες στην εργατική δύναμη, την κοινωνική ασφάλιση και συνολικά στην οικονομία. Η συρρίκνωση του πληθυσμού, σε συνδυασμό με τη γήρανση, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα που απειλεί τη βιωσιμότητα των κοινωνικών συστημάτων.
Η Ελλάδα, όπως και πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καλείται να αντιμετωπίσει μια δημογραφική πρόκληση που δεν αφορά μόνο το μέλλον της οικονομίας, αλλά και την ίδια τη συνοχή της κοινωνίας.