Generation Z: 7 στους 10 με εισόδημα που δεν επαρκεί ούτε για τις βασικές ανάγκες!
Oι νέοι εργαζόμενοι της Generation Z βιώνουν μια παράταση της εξάρτησης από την οικογένεια που δεν είναι επιλογή αλλά αναγκαιότητα
Mορφωμένοι αλλά επισφαλείς, που εργάζονται με χαμηλούς μισθούς και περιορισμένες προοπτικές είναι οι νέοι και νέες της γενιάς που είναι γνωστή ως Generation Z, σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ ΓΣΕΕ), τα ευρήματα της οποίας αναδεικνύουν την αδυναμία της ελληνικής αγοράς εργασίας να αξιοποιήσει και να συγκρατήσει το δυναμικό της γενιάς αυτής.
Oι 7 στους 10 νέους δηλώνουν ότι με το εισόδημά τους δεν μπορούν να ικανοποιήσουν βασικές ανάγκες τους, ενώ περίπου ένας στους δύο ζει ακόμα με την οικογένειά του λόγω αδυναμίας στην οικονομική αυτονομία.
Οικονομική εξάρτηση και αδυναμία αυτονομίας
Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ μόλις το 20% των νέων εργαζόμενων ζουν μόνοι τους. Το 45% των νέων εξακολουθεί να ζει με την οικογένειά του (το ποσοστό αυτό γι’ αυτούς που εργάζονται με μερική απασχόληση ανεβαίνει στο 65%) και το 30% με φίλο ή σύντροφο. Μόλις το 30% συμβάλλει οικονομικά στο ενοίκιο ή στα έξοδα στέγασης.
Η Generation Z εισάγει ένα νέο αξιακό παράδειγμα εργασίας. Προτάσσει την αυθεντικότητα, τη δημιουργικότητα και τη συναισθηματική ισορροπία
Επίσης, το 70% δηλώνει ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για τις βασικές ανάγκες και το 62% αναγνωρίζει οικονομική εξάρτηση από τους γονείς.
Η νέα γενιά εργαζομένων βιώνει μια παράταση της εξάρτησης από την οικογένεια που δεν είναι επιλογή αλλά αναγκαιότητα. Το φαινόμενο συνδέεται με χαμηλούς μισθούς, ακριβή στέγαση και κοινωνικό κράτος που χρειάζεται ενίσχυση. Η οικονομική αυτονομία μετατίθεται χρονικά και μαζί της καθυστερεί η μετάβαση στην ενήλικη ζωή: δημιουργία νοικοκυριού, οικογένειας ή επαγγελματικής ταυτότητας. Πρόκειται για μια γενιά που εργάζεται χωρίς να μπορεί να ζήσει ανεξάρτητα, εγκλωβισμένη ανάμεσα στην απασχόληση και στην προσπάθεια αυτονόμησης.
Ασυνέχεια εκπαίδευσης και απασχόλησης
Ένα μείζον πρόβλημα των νέων της GenZ είναι ότι άλλο σπουδάζουν και άλλο κάνουν επαγγελματικά.
Έτσι, σύμφωνα με την έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, το 38% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι η εργασία τους δεν σχετίζεται με τις σπουδές ή την κατάρτισή τους.
Επιπλέον:
– Το 49% δηλώνουν ότι η εκπαίδευσή τους δεν τους προετοίμασε επαρκώς για την αγορά εργασίας.
– Το 86% δηλώνει ισχυρή διάθεση για συνεχιζόμενη μάθηση.
– Το 65% δηλώνει ότι αισθάνεται μεγάλη επάρκεια σε ό,τι αφορά τις αναγκαίες ψηφιακές δεξιότητες για την εργασία του.
Το χάσμα ανάμεσα στην εκπαίδευση και στην αγορά εργασίας αποτυπώνει όχι μόνο μια θεσμική ασυνέχεια, αλλά και την ανωριμότητα του παραγωγικού συστήματος και των επιχειρήσεων να απορροφήσουν το ανθρώπινο δυναμικό της νέας γενιάς. Η ελληνική αγορά εργασίας παραμένει χαμηλής οργανωσιακής και τεχνολογικής πυκνότητας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αξιοποιήσει τις γνώσεις, τις ψηφιακές δεξιότητες και τη δημιουργικότητα των νέων αποφοίτων. Η αποσύνδεση της απασχόλησης από τη γνώση οδηγεί στη διπλή παγίδα της υποαπασχόλησης και της απογοήτευσης: η Generation Z είναι η πιο μορφωμένη αλλά και η λιγότερο ενταγμένη γενιά στην παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Εργασιακή καθημερινότητα: πίεση και άγχος
Η GenZ βιώνει καθημερινά πίεση και άγχος στον εργασιακό της χώρο, ενώ 6 στους 10 μιλούν για εργασιακή εξουθένωση και ένας στους δύο για άγχος και στρες στην εργασία του.
-Το 62% δηλώνει ότι η εργασία επηρεάζει αρνητικά την προσωπική του ζωή.
-Το 60% δηλώνει ότι βιώνει εξουθένωση στην εργασία του ενώ το 46% αισθάνεται ότι η δουλειά του επιβαρύνει την υγεία ή τον ύπνο του.
-Η θετική ισορροπία ζωής–εργασίας καταγράφεται ιδιαίτερα χαμηλά στο 21%.
-Η συνολική ικανοποίηση από την εργασία κυμαίνεται στο 35%, ενώ άγχος – στρες δηλώνει ότι αντιμετωπίζει το 53%.
Η Generation Z εισέρχεται σε έναν κόσμο εργασίας που μεταθέτει τη φροντίδα και την ψυχική ανθεκτικότητα στο άτομο. Η πίεση της απόδοσης, τα διευρυμένα ωράρια και η μειωμένη συλλογική προστασία οδηγούν σε διάχυτο burnout και ψυχική κόπωση. Η άποψή τους για έλλειψη προσωπικού χρόνου και η θόλωση των ορίων μεταξύ εργασίας και προσωπική ζωής συνθέτουν ένα νέο είδος εργασιακής αποξένωσης: οι νέοι εργάζονται περισσότερο, αλλά νιώθουν λιγότερο συνδεδεμένοι με αυτό που κάνουν. Η ποιότητα της εργασίας μετατρέπεται έτσι σε κρίσιμο παράγοντα ψυχικής υγείας.