ΔΝΤ: Ερχεται «παγόβουνο» χρέους για την Ευρώπη

ΔΝΤ: Ερχεται «παγόβουνο» χρέους για την Ευρώπη
62 / 100 SEO Score

Εκτόξευση του μέσου όρου χρέους προς ΑΕΠ έως το 130-140% μέσα στα επόμενα χρόνια βλέπει το αρμόδιο γραφείο του ΔΝΤ

Η Ευρώπη αντιμετωπίζει εξαιρετικά σοβαρές δημοσιονομικές πιέσεις, που προκύπτουν από νέες πολιτικές προτεραιότητες (όπως η άμυνα και η ενεργειακή ασφάλεια), το αυξανόμενο κόστος της γήρανσης του πληθυσμού (συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη), καθώς και το αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης ήδη υψηλού δημόσιου χρέους, επισημαίνει ανάλυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Ελλείψει άμεσης πολιτικής δράσης, τα επίπεδα δημόσιου χρέους θα μπορούσαν να υπερδιπλασιαστούν για τη μέση ευρωπαϊκή χώρα μέσα στα επόμενα δεκαπέντε χρόνια. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των επιτοκίων, επιβράδυνση της ήδη ασθενούς οικονομικής ανάπτυξης και υπονόμευση της εμπιστοσύνης των αγορών.

Για να επιτευχθεί η απαιτούμενη πολιτική προσαρμογή, θα χρειαστούν τόσο διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις όσο και δημοσιονομική προσαρμογή (consolidation), με το ένα τρίτο της προσαρμογής να επιτυγχάνεται μέσω ενός συνόλου μετρίων μεταρρυθμίσεων και τα δύο τρίτα μέσω μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης. Ωστόσο, για τις χώρες με υψηλό χρέος, αυτό το πολιτικό πακέτο πιθανότατα δεν θα είναι επαρκές για να αντιμετωπίσει τη δημοσιονομική πρόκληση, καθιστώντας αναπόφευκτη μια βαθύτερη επανεξέταση της έκτασης των δημόσιων υπηρεσιών και του κοινωνικού συμβολαίου, προκειμένου να καλυφθεί το κενό.

Η καθυστέρηση της πολιτικής δράσης ενδέχεται να αποδειχθεί δαπανηρή, καθώς η δημοσιονομική θέση θα επιδεινωθεί περαιτέρω και το έργο των υπευθύνων χάραξης πολιτικής θα καταστεί ακόμη πιο δύσκολο, επισημαίνει το ΔΝΤ.

Οι νέες πιέσεις στις Δημόσιες Δαπάνες

Οι περισσότερες χώρες βρίσκονται σε δύσκολη θέση, καθώς οι ανάγκες για δαπάνες αυξάνονται και το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό. Η κληρονομιά προηγούμενων κρίσεων εξακολουθεί να βαραίνει, με το δημόσιο χρέος να έχει αυξηθεί απότομα κατά την πανδημία και να παραμένει σε υψηλά επίπεδα.

Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων, σε συνδυασμό με το ήδη υψηλό χρέος, εκθέτει πολλές χώρες σε αυξανόμενους τόκους εξυπηρέτησης, οι οποίοι απειλούν να περιορίσουν τις αναγκαίες δαπάνες.

Παράλληλα, η γήρανση του πληθυσμού εξακολουθεί να αυξάνει τις δαπάνες για υγεία και δημόσιες συντάξεις, ενώ η επιβράδυνση της προσφοράς εργασίας ενέχει κινδύνους για την αναπτυξιακή δυναμική και τις δημοσιονομικές εισροές.

Οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν επίσης νέες απαιτήσεις, όπως η πρόσφατη δέσμευση του ΝΑΤΟ να αυξήσει τις «βασικές» αμυντικές δαπάνες στο 3,5% του ΑΕΠ, καθώς και τα κόστη που συνδέονται με την ενεργειακή ασφάλεια και τον ψηφιακό μετασχηματισμό.

Συνολικά, αυτές οι πιέσεις εκτιμάται ότι θα αυξήσουν τις δαπάνες, σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα, κατά περίπου 4½ ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ έως το 2040 κατά μέσο όρο στις ανεπτυγμένες οικονομίες (εκτός Κεντρικής, Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης – CESEE) και κατά 5½ ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ στις χώρες της CESEE -μεγέθη ανάλογα με εκείνα που εντοπίζονται σε παρόμοιες μελέτες.

Πώς θα χρηματοδοτηθεί ο λογαριασμός;
Η Ευρώπη βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη με το δύσκολο ερώτημα του πώς θα καλύψει το κόστος. Ο πρόσθετος δανεισμός για τη χρηματοδότηση νέων δαπανών θα είναι πιθανότατα δαπανηρός (καθώς η εποχή των πολύ χαμηλών επιτοκίων φαίνεται να έχει παρέλθει) και δυνητικά επικίνδυνος, αν μια ταχεία άνοδος του χρέους προκαλέσει αρνητικές αντιδράσεις των αγορών, οι οποίες θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Από την άλλη πλευρά, η αύξηση των φόρων για τη χρηματοδότηση υψηλότερων δαπανών δεν θα είναι εύκολη, καθώς τα επίπεδα των εσόδων βρίσκονται ήδη κοντά σε ιστορικά υψηλά στις περισσότερες μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες, ενώ οι πολίτες υποφέρουν και από τις συνέπειες του υψηλού πληθωρισμού.

Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αντιμετωπίζουν επίσης ένα δυσχερές πολιτικοοικονομικό περιβάλλον, καθώς η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς διαβρώνεται. Οι ψηφοφόροι αναμένουν από τις κυβερνήσεις να δαπανούν περισσότερα για τη βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών, ενώ ταυτόχρονα είναι απρόθυμοι να δεχθούν αυξήσεις φόρων και εκφράζουν δικαιολογημένες ανησυχίες για τα επίπεδα του δημόσιου χρέους. Αυτό καθιστά δύσκολη τη διαμόρφωση πολιτικής συναίνεσης για μέτρα που θα ενισχύσουν τη δημοσιονομική βιωσιμότητα.

Ο κίνδυνος

Αν δεν υπάρξει παρέμβαση, το δημόσιο χρέος θα κινηθεί σε μη βιώσιμη πορεία. Χωρίς αλλαγές πολιτικής το χρέος της μέσης ευρωπαϊκής χώρας θα φτάσει στο 130% του ΑΕΠ έως το 2040 -περίπου διπλάσιο από το σημερινό επίπεδο.

Η προσομοίωση υποθέτει ότι το πρωτογενές έλλειμμα (εξαιρουμένων των πρόσθετων δαπανών) παραμένει σταθερό ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα συνεχίσει να αυξάνεται, καθώς οι πρόσθετες δαπάνες που σχετίζονται με τη γήρανση, την άμυνα και την ενεργειακή ασφάλεια θα ενισχύουν τα επίπεδα του ελλείμματος, με το αποτέλεσμα αυτό να επιτείνεται με την πάροδο του χρόνου.

Η πορεία του χρέους θα μπορούσε να γίνει ακόμη πιο απότομη, εάν η επιδείνωση της δημοσιονομικής θέσης επιβραδύνει περαιτέρω την ήδη αναιμική οικονομική ανάπτυξη και αυξήσει το κόστος δανεισμού.

Κατά μέσο όρο, οι μελέτες δείχνουν ότι αύξηση του λόγου χρέους κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες μειώνει την ετήσια πραγματική ανάπτυξη του ΑΕΠ κατά περίπου 0,05-0,2 ποσοστιαίες μονάδες, όταν το χρέος υπερβαίνει το 75% του ΑΕΠ. Λαμβάνοντας αυτό υπόψη, η αύξηση του χρέους που θα προκύψει χωρίς πολιτική δράση θα μπορούσε να μειώσει την ετήσια ανάπτυξη του ΑΕΠ κατά περίπου μισή ποσοστιαία μονάδα έως το 2040 -κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, δεδομένου ότι ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης κυμαίνεται γύρω στο 2% κατά μέσο όρο στις ευρωπαϊκές χώρες.

Με τη σειρά του, ο χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης και τα υψηλότερα επιτόκια θα επιδεινώσουν περαιτέρω τη δυναμική του χρέους: ο μέσος λόγος χρέους θα φτάσει περίπου το 150% του ΑΕΠ έως το 2040 (ή σχεδόν 190% σε σταθμισμένη βάση). Οι αρνητικοί φαύλοι κύκλοι μεταξύ χρέους, ανάπτυξης και κόστους δανεισμού θα υπονομεύσουν τα επίπεδα διαβίωσης.

ΠΗΓΗ-ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ