36% αύξηση στα τρόφιμα από το 2019, με πληθωρισμό 5,1%…

36% αύξηση στα τρόφιμα από το 2019, με πληθωρισμό 5,1%...
55 / 100 SEO Score

Πίσω από τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς για τους οικονομικούς δείκτες, η καθημερινότητα των ελληνικών νοικοκυριών δοκιμάζεται από την ακρίβεια, με την αγοραστική δύναμη να συρρικνώνεται και δημιουργώντας μια διαφορετική πραγματικότητα.

Η εικόνα που προβάλλεται συχνά από τα κυβερνητικά έδρανα μιλά για οικονομική σταθερότητα, θετικούς δείκτες και μια ανάπτυξη που υποτίθεται ότι θωρακίζει τη χώρα. Αν όμως απομονώσει κανείς τη μεγαλοστομία των αριθμών και κοιτάξει τη μέση ελληνική οικογένεια, η πραγματικότητα αποδεικνύεται τελείως διαφορετική. Κατά τ’ άλλα, η κυβέρνηση πέτυχε…

Γράφει ο Βασίλης Ταλαμάγκας

Πέτυχε να παρουσιάζει ευημερούντες αριθμούς, την ώρα που τα νοικοκυριά δίνουν καθημερινή μάχη επιβίωσης απέναντι σε ένα σαρωτικό κύμα ακρίβειας που δεν λέει να κοπάσει, με τον πληθωρισμό να φτάνει στο 5,1%. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά και αποτυπώνουν το μέγεθος της αδιάκοπης πίεσης. Από το 2019 έως τα μέσα του 2026 καταγράφεται μια σωρευτική αύξηση των τιμών που φτάνει το 24,5%. Αυτός ο γενικός δείκτης, όμως, αποκρύπτει τη σκληρότερη πλευρά της πραγματικότητας. Ο μέσος όρος του πληθωρισμού διαμορφώνεται συνυπολογίζοντας αγαθά που ένας καταναλωτής μπορεί να μην αγοράσει ποτέ στη ζωή του. Στα είδη πρώτης ανάγκης, εκεί δηλαδή που χτυπά η καρδιά της καθημερινής διαβίωσης, η κατάσταση ξεφεύγει επικίνδυνα. Στον τομέα των τροφίμων, η σωρευτική αύξηση έχει ξεπεράσει το 36%. Κάποιος μπορεί να αναβάλει την αγορά ενός διακοσμητικού ή μιας ηλεκτρονικής συσκευής, αλλά τρόφιμα θα αγοράσει όπως και να έχει.

Την ίδια στιγμή που οι τιμές στα ράφια των σούπερ μάρκετ εκτοξεύονται, οι μισθοί παραμένουν επί της ουσίας καθηλωμένοι. Οποιαδήποτε ονομαστική προσαρμογή επιχειρήθηκε τα τελευταία χρόνια αποδείχθηκε… σταγόνα στον ωκεανό, καθώς εξανεμίστηκε πριν καν φτάσει το τέλος του μήνα. Το αποτέλεσμα στο οικογενειακό ταμείο είναι αισθητά μείον, με την αγοραστική δύναμη των πολιτών να συρρικνώνεται δραματικά.

Η κυβερνητική τακτική απέναντι σε αυτό το αδιέξοδο παραμένει σταθερή και είναι η μετάθεση των ευθυνών στο εξωτερικό περιβάλλον και τους πολέμους. Η επίκληση του «ευρωπαϊκού προβλήματος» χρησιμοποιείται ως μόνιμη δικαιολογία, ενώ η απάντηση της πολιτείας εξαντλείται σε προσωρινά μέτρα, επιδόματα και δήθεν στοχευμένες εκπτώσεις στα καύσιμα.

Αυτές οι αποσπασματικές παρεμβάσεις λειτουργούν απλώς σαν ασπιρίνη σε μια βαθιά δομική κρίση. Δεν συγκρατούν τις τιμές, ούτε αποκαθιστούν το χαμένο εισόδημα.

Η πραγματική επίπτωση αυτής της πολιτικής αποτυπώνεται στις αναγκαστικές υποχωρήσεις που κάνουν καθημερινά τα νοικοκυριά. Ο κόσμος αναγκάζεται να κόβει από τα στοιχειώδη. Περικόπτονται οι δαπάνες για τη διατροφή, η καθυστέρηση στην πληρωμή των ενοικίων γίνεται συνήθεια, ενώ ακόμη και τα έξοδα για την υγεία μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Η περίφημη ανάπτυξη που επικαλείται το Μέγαρο Μαξίμου παραμένει μια αφηρημένη έννοια, εγκλωβισμένη σε στατιστικούς πίνακες, χωρίς να μεταφράζεται σε ουσιαστική ανακούφιση για τη συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας.

Όσο συνεχίζεται αυτή η τεράστια απόσταση ανάμεσα στους ευημερούντες δείκτες και τη σκληρή πραγματικότητα της καθημερινής ζωής, το κυβερνητικό αφήγημα περί «σταθερότητας» χάνει κάθε πειστικότητα.