Οι τράπεζες βγάζουν υπερκέρδη από το πάρτι στα επιτόκια…
Οι συστημικές τράπεζες ανακοινώνουν αυτήν την εβδομάδα τα κέρδη που είχαν στο πρώτο εξάμηνο, τα οποία είναι πολύ καλύτερα των προσδοκιών και όλα δείχνουν ότι η χρονιά θα κλείσει με σημαντική αύξηση των κερδών τους, της τάξης του 30-40%.
Το 2024 είναι η τρίτη χρονιά που οι τράπεζες εμφανίζουν κέρδη, έπειτα από την «μαύρη» περίοδο της κρίσης και των μνημονίων και είναι η πρώτη χρονιά για την οποία μοιράζουν μέρισμα στους μετόχους.
Τον χορό των ανακοινώσεων άνοιξαν η Τράπεζα Πειραιώς, που παρουσίασε κέρδη 588 εκατ. ευρώ για το πρώτο εξάμηνο του 2024 και η Eurobank με κέρδη εξαμήνου 732 εκατ. ευρώ.
Συνολικά υπολογίζεται ότι στο πρώτο εξάμηνο οι τράπεζες θα εμφανίσουν κέρδη 2,2 δισ. ευρώ και στο σύνολο του έτους το ποσό θα ξεπεράσει τα 4,5 δισ. ευρώ.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ ΕΔΩ:
Με αυτά τα δεδομένα το μέρισμα για το 2024 θα ξεπεράσει το 1,5 δισ. τη στιγμή που για το 2023, με τα κέρδη των τραπεζών στα 3,8 δισ. ευρώ, το μέρισμα (που διανέμεται φέτος) ανέρχεται σε 850 εκατ. ευρώ.
Χρυσά κέρδη, χωρίς χρυσές δουλειές
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι τράπεζες κάνουν χρυσές δουλειές και βγάζουν χρυσά κέρδη. Όμως η πραγματικότητα είναι ότι ναι μεν οι τράπεζες βγάζουν χρυσά κέρδη εδώ και δύο χρόνια, αλλά… δουλειές δεν κάνουν.
Διότι ενώ βασική δουλειά μιας τράπεζας είναι να μαζεύει καταθέσεις και να δίνει δάνεια, στην Ελλάδα οι τράπεζες δεν δίνουν δάνεια.
Οι συνολικές καταθέσεις ανέρχονται σε 190 δισ. ευρώ, ενώ τα δάνεια είναι 115 δισ. ευρώ.
Με άλλα λόγια τα χρήματα των καταθέσεων λιμνάζουν αφού δεν διοχετεύονται σε δάνεια.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι τράπεζες δίνουν σχεδόν μηδενικά επιτόκια στους αποταμιευτές. Οι φθηνές καταθέσεις τους εξασφαλίζουν υπερβάλλουσα ρευστότητα επομένως δεν χρειάζεται να δελεάσουν τους πελάτες με καλύτερα επιτόκια για να μαζέψουν χρήμα.
Τα κέρδη των τραπεζών, προέρχονται κατά συντριπτικό ποσοστό 79,2% (από τα μεγαλύτερα στην ευρωζώνη) από τόκους. Τα επιτόκια καταθέσεων είναι από τα χαμηλότερα στην ευρωζώνη, ενώ τα επιτόκια των δανείων είναι ανάμεσα στα υψηλότερα.
Το κερασάκι στην τούρτα που εκμεταλλεύονται οι τράπεζες, είναι ότι έχοντας αυτήν τη «λίμνη» δωρεάν χρήματος από τις καταθέσεις των πελατών τους, μπορούν να την αξιοποιούν τοποθετώντας τα χρήματα είτε σε υψηλότοκες (3,75%) καταθέσεις στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, είτε σε εξίσου υψηλότοκες τοποθετήσεις σε ομόλογα ελληνικού Δημοσίου και έντοκα γραμμάτια (3,23% ήταν το επιτόκιο των 3μηνων εντόκων που εκδόθηκαν).
Η κατάσταση στον τραπεζικό κλάδο αρχίζει να γίνεται προβληματική, δεδομένου ότι η κερδοφορία τους (και τα προνόμια που αντλούν από αυτήν οι διοικήσεις και οι μέτοχοι) προέρχονται τελικά κατά μεγάλο ποσοστό από πρακτική «ραντιέρη» και όχι από τον πυρήνα της τραπεζικής αποστολής που θεωρητικά είναι η βέλτιστη δυνατή κατανομή των πόρων στην οικονομία.
Ο λόγος που οι τράπεζες επωφελούνται από διάφορα προνόμια και έτυχαν πρωτοφανούς στήριξης στη διάρκεια της κρίσης, με άμεσες κεφαλαιακές ενέσεις άνω των 42 δισ. ευρώ και έμμεση κρατική στήριξη και εγγυήσεις άνω των 20 δισ. ευρώ, είναι ακριβώς για να επωφελείται η οικονομία και το κοινωνικό σύνολο.
Σήμερα στην Ελλάδα, η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων δεν έχουν πρόσβαση στον δανεισμό, ενώ από εκείνες που έχουν οι περισσότερες έχουν δυνατά ταμεία, ειδικά μετά την πανδημία και μικρή ανάγκη προσφυγής στον δανεισμό.
Από την άλλη πλευρά, το ευρύ κοινό δεν προσφεύγει στα στεγαστικά δάνεια και πολλές αγοραπωλησίες γίνονται τοις μετρητοίς, κατά μεγάλο μέρος επειδή και οι καταναλωτές έχουν «τρομάξει» για το τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον, καθώς βλέπουν την επιθετικότητα και την αναλγησία που επιδεικνύουν τα fund τα οποία έχουν πάρει τα κόκκινα δάνεια από τις τράπεζες και προχωρούν σε πλειστηριασμούς.
Στο θέμα των επιτοκίων, όλες οι τράπεζες εμφανίζουν παρόμοια τακτική σε σημείο που να δημιουργούνται συνθήκες που μπορεί να υποκρύπτουν καρτέλ, ενώ πριν μερικές ημέρες η Επιτροπή Ανταγωνισμού ξεκίνησε έρευνα για τα χαμηλά επιτόκια καταθέσεων.
Η κατάσταση αυτή επιτρέπει στις τράπεζες να κρατούν το μέσο επιτόκιο καταθέσεων στο 0,54%, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ το μέσο επιτόκιο δανεισμού είναι 5,78%. Η διαφορά, το λεγόμενο «σπρεντ» ή με απλά λόγια «καπέλο» είναι και η βασική πηγή κερδοφορίας των τραπεζών.
Πρέπει δε να υπολογίσουμε ότι το πραγματικό επιτόκιο καταθέσεων για τη μεγάλη πλειονότητα των καταθετών, που έχουν μικρά ποσά και ελεύθερες καταθέσεις είναι πολύ χαμηλότερο, της τάξης του 0,03%, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, καθώς ο μέσος όρος ανεβαίνει από τις καταθέσεις προθεσμίας, οι οποίες έχουν μεν υψηλότερο επιτόκιο, αλλά είναι κάτω από 30% του συνόλου.
……………………..
Εθνική Τράπεζα: Κέρδη 670 εκατ. ευρώ
Ισχυρές επιδόσεις σε όλους τους τομείς παρουσίασε η Εθνική Τράπεζα κατά το α’ εξάμηνο του 2024. Ειδικότερα, τα κέρδη έφτασαν σε 670 εκατ. ευρώ ενισχυμένα κατά 26% έναντι του α’ εξαμήνου του 2023, ενώ τα ίδια κεφάλαια ανήλθαν σε 7,69 δισ. ευρώ. Αντίστοιχα, η απόδοση κεφαλαίου διαμορφώθηκε στο 18,3%.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας, Παύλος Μυλωνάς, δήλωσε σχετικά: «Το Β’ τρίμηνο εξελίχθηκε θετικά σε πολλούς τομείς. Η ελληνική οικονομία εμφάνισε σημάδια ισχυροποίησης εν μέσω περαιτέρω βελτίωσης των συνθηκών στο επιχειρηματικό περιβάλλον και την αγορά εργασίας, καθώς και ενδυνάμωσης των επενδύσεων σε πάγιο κεφάλαιο. Επιπρόσθετα, οι προβλεπτικοί δείκτες οικονομικής δραστηριότητας δείχνουν ότι η θετική δυναμική είναι διατηρήσιμη. Η ισχυρή δημοσιονομική αξιοπιστία και οι συνεχιζόμενες αναβαθμίσεις του αξιόχρεου της χώρας μας παρέχουν πρόσθετη προστασία έναντι εξωγενών κινδύνων.
Σε αυτή την ευνοϊκή μακροοικονομική συγκυρία, επιτύχαμε για μία ακόμη φορά ισχυρά οικονομικά αποτελέσματα το Α’ εξάμηνο 2024. Πράγματι, τα οργανικά κέρδη μετά από φόρους αυξήθηκαν κατά 27% σε ετήσια βάση, στα €646 εκατ. το Α’ εξάμηνο 2024, με τον δείκτη απόδοσης ενσώματων ιδίων κεφαλαίων να διαμορφώνεται σε 17,4%. Η θετική δυναμική στα οργανικά κέρδη αντανακλά την ανθεκτικότητα των καθαρών εσόδων από τόκους έναντι της μείωσης των επιτοκίων, καθώς και την ισχυρή αύξηση των εσόδων από προμήθειες, ως αποτέλεσμα της επιτάχυνσης της οικονομικής δραστηριότητας. Αντικατοπτρίζει, επίσης, τη συνετή διαχείριση των δαπανών και τη σταδιακή ομαλοποίηση του κόστους πιστωτικού κινδύνου, ως αποτέλεσμα των αμελητέων ροών Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων. Τα αποτελέσματα αυτά μας ώθησαν να αναθεωρήσουμε προς τα πάνω τους οικονομικούς στόχους που έχουμε θέσει για την περίοδο 2024-2026.
Η ισχυρή κερδοφορία ενίσχυσε περαιτέρω τα κεφαλαιακά μας αποθέματα, τα οποία κυμαίνονται στα υψηλότερα επίπεδα του εγχώριου τραπεζικού κλάδου, με αποτέλεσμα ο δείκτης CET1 και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας να αυξηθούν περίπου κατά 50μ.β. και 70μ.β. από την αρχή του έτους, και να διαμορφωθούν στο 18,3% και 20,9% αντίστοιχα. Το πλεόνασμα κεφαλαίου προσφέρει στην Τράπεζα σημαντική στρατηγική ευελιξία, συμπεριλαμβανομένης της μελλοντικής διανομής κεφαλαίου στους μετόχους. Ως πρώτο δείγμα αυτής της πρόθεσης, μετά την επιστροφή μας στη διανομή μερισμάτων, καταβάλλοντας 30% επί των καθαρών κερδών του 2023, παίρνουμε πρόβλεψη για μέρισμα ύψους 40% επί των κερδών αυτού του έτους, φιλοδοξώντας να αυξήσουμε σημαντικά τη διανομή μερισμάτων στο μέλλον.
Τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του ισολογισμού μας εξακολουθούν να ξεχωρίζουν. Οι εκταμιεύσεις δανείων σημείωσαν αισθητή άνοδο, αγγίζοντας τα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών ύψους €2,8 δισ. το Β’ τρίμηνο 2024. Επιπλέον, τα καθαρά ταμειακά διαθέσιμα το Α’ εξάμηνο 2024 ενισχύθηκαν κατά €1,1 δισ. από την αρχή του έτους και διαμορφώθηκαν στα €9,1 δισ., παρέχοντας σημαντική στήριξη στα καθαρά έσοδα από τόκους και ενισχύοντας περαιτέρω το μοναδικό πλεονέκτημα ρευστότητας της Εθνικής Τράπεζας.
Με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, θα συνεχίσουμε να εστιάζουμε στρατηγικά στην τεχνολογική και ψηφιακή βελτιστοποίηση των υποδομών της Τράπεζας, γεγονός που θα μας παρέχει τη δυνατότητα να στηρίξουμε την πορεία ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, παρέχοντάς στους πελάτες μας καινοτόμες χρηματοοικονομικές λύσεις και βελτιωμένη εμπειρία. Με την εμπιστοσύνη και την αφοσίωση των ανθρώπων μας, οι οποίοι αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του οργανισμού μας, θα συνεχίσουμε να προσφέρουμε αξία στους μετόχους μας, καλλιεργώντας παράλληλα μια νοοτροπία αριστείας και πελατοκεντρικής προσέγγισης».
…………………….