«Φρένο» στις αυξήσεις των επιτοκίων βάζει η ΕΚΤ

 21/06/2024    06 : 14 : 25
lagarde
72 / 100

«Τραβάει φρένο» στις αυξήσεις και από το καλοκαίρι αρχίζει το «κούρεμα» των βασικών της επιτοκίων η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (EKT).

Οι αλλεπάλληλες αυξήσεις έχουν οδηγήσει τα ευρω-επιτόκια από μηδενικά που ήταν τον Ιούλιο του 2022 στο 4% σήμερα, εκτοξεύοντας ταυτόχρονα στα ύψη και το μέσο κόστος δανεισμού σε καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια ειδικά στην Ελλάδα.

«Χοντρή ζημιά» βεβαίως έχουν υποστεί και εκείνοι που έχουν ήδη λάβει δάνεια, το επιτόκιο των οποίων συνδέεται με αυτό το οποίο καθορίζει η ΕΚΤ.

Γράφει ο Βαγγέλης Δουράκης

Βεβαίως, για να υλοποιηθεί ο σχεδιασμός της Φρανκφούρτης θα πρέπει να μην «ξεφύγουν» τα πράγματα στην Μέση Ανατολή, ανατρέποντας τα βασικά σενάρια: Άλλωστε και η ίδια η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ δηλώνει πως η κεντρική τράπεζα παραμένει σε «τροχιά» μείωσης των επιτοκίων στο εγγύς μέλλον, με την επιφύλαξη… τυχόν σημαντικών κλυδωνισμών.

Τι θα αλλάξει με την μείωση των επιτοκίων
Μια τέτοια εξέλιξη, πρακτικά θα φέρει ελάφρυνση των δανειοληπτών, δεδομένου ότι η μείωση των επιτοκίων από την ΕΚΤ συνεπάγεται και μείωση του κόστους δανεισμού, τουλάχιστον εκείνων που βρίσκονται σε φάση αποπληρωμής των τόκων κι όχι αποκλειστικά του κεφαλαίου.

Άλλωστε, όσοι έχουν δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, συνδεδεμένο με αυτά του ευρώ, βιώνουν μια «μαύρη» διετία από τον Ιούλιο του ’22. Για να καλύψουν τις αλλεπάλληλες αναπροσαρμογές του βασικού επιτοκίου του ευρώ –όσοι κατάφεραν να παραμείνουν συνεπείς όλο αυτό το διάστημα- χρειάστηκε να ρίξουν αρκετές δεκάδες χιλιάδες ευρώ στον «κουβά», καθώς μετά από 20 μήνες βρέθηκαν να χρωστούν … περισσότερα. Κάτι που είναι εμφανές και σε δάνεια συνδεδεμένα με τα ευρωεπιτόκια, τα οποία ρυθμίστηκαν σε «σταθερές» δόσεις.

Δεν είναι λοιπόν μόνον ο «άγριος» καλπασμός της ακρίβειας –σε βαθμό αισχροκέρδειας- που «αδειάζει» τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Όσοι έχουν κυμαινόμενο δάνειο διαπίστωσαν για ακόμη μία φορά πως «πετούν» χρήματα μέσα σε μια «μαύρη τρύπα». Ότι πληρώνουν πηγαίνει για να καλύψει τις ανελέητες αυξήσεις των ευρω-επιτοκίων και το ανεξόφλητο κεφάλαιο όχι μόνον δεν μειώνεται, αλλά αντιθέτως «φουσκώνει».

Παραδείγματα
Χαρακτηριστικό, είναι το παράδειγμα ενός στεγαστικού δανείου ύψους 250.000 ευρώ, το οποίο είχε ληφθεί το 2007 με επιτόκιο συνδεδεμένο με εκείνο της ΕΚΤ και περιθώριο κέρδους της Τράπεζας μόλις 0,80%.

Ο δανειολήπτης την περίοδο αυξήσεων των επιτοκίων από τον Ζαν Κλοντ Τρισέ αναγκάστηκε να το ρυθμίσει και να περιορίσει την δόση.

Έτσι, σε συνεργασία με την τράπεζά του την μετέτρεψε σε «σταθερή» με συμφωνία αναπροσαρμογής της ανά 3ετία και με το επιτόκιο να παραμένει κυμαινόμενο.

Το υπόλοιπο του δανείου, με τον κάτοχό του να είναι συνεπής στην εξόφληση των δόσεων, διαμορφωνόταν τον Ιούνιο του 2022 στο ποσό των 187.393 ευρώ.

Ο δανειολήπτης εκείνη την περίοδο είχε καταφέρει να πληρώνει μία δόση που κατά το ήμισυ κάλυπτε τον τόκο, με το υπόλοιπο ποσό να «ροκανίζει» το κεφάλαιο.

Τότε ήταν που άρχισαν οι αυξήσεις των επιτοκίων από την Κριστίν Λαγκάρντ.

Η δόση, η οποία κατέβαλλε ο εν λόγω δανειολήπτης και που διαμορφωνόταν στα 513 ευρώ, από τον Δεκέμβριο του 2022 και μετά πήγαινε ολόκληρη για να καλύψει τον αυξημένο τόκο…

Για σχεδόν 15 μήνες πληρώνει μόνον τόκους: Συγκεκριμένα, έχει καταβάλλει 7.695 ευρώ, χρήματα που δόθηκαν για να πληρωθούν τα «σπασμένα» της ΕΚΤ. Αλλά και πάλι δεν ήταν αρκετά. Επειδή το ποσό της δόσης δεν επαρκούσε για να καλύψει ολόκληρες τις αυξήσεις που προέκυψαν από τις αποφάσεις της Κεντρικής Τράπεζας, ότι «περίσσευε» πήγαινε και πάλι στο κεφάλαιο.

Έτσι, το υπόλοιπο του δανείου του από 187.393 ευρώ αυξήθηκε στα 188.389. Με άλλα λόγια αν και κατέβαλλε με συνέπεια τις δόσεις του, εντούτοις «φούσκωσε» σχεδόν 1.000 ευρώ το κεφάλαιο που χρωστά στην Τράπεζα.

Εδώ και 22 μήνες λοιπόν πληρώνει κανονικά τις δόσεις του δανείου παρόλα αυτά βρίσκεται να χρωστά περισσότερα στην Τράπεζα.

Φυσικά αυτό συμβαίνει και σε μικρότερα ποσά δανείων, όπως και σε πολύ μεγαλύτερα, εφόσον είναι συνδεδεμένα με τα ευρω-επιτόκια.

div#stuning-header .dfd-stuning-header-bg-container {background-color: #5dacee;background-size: initial;background-position: top center;background-attachment: initial;background-repeat: initial;}#stuning-header div.page-title-inner {min-height: 450px;}#main-content .dfd-content-wrap {margin: 0px;} #main-content .dfd-content-wrap > article {padding: 0px;}@media only screen and (min-width: 1101px) {#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars {padding: 0 0px;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars > #main-content > .dfd-content-wrap:first-child,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars > #main-content > .dfd-content-wrap:first-child {border-top: 0px solid transparent; border-bottom: 0px solid transparent;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width #right-sidebar,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width #right-sidebar {padding-top: 0px;padding-bottom: 0px;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars .sort-panel,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars .sort-panel {margin-left: -0px;margin-right: -0px;}}#layout .dfd-content-wrap.layout-side-image,#layout > .row.full-width .dfd-content-wrap.layout-side-image {margin-left: 0;margin-right: 0;}