Στροφή του μάνατζμεντ από τους αριθμούς στην… ουσία

 01/03/2024    08 : 34 : 28
εργαζομενοι
65 / 100

«Όταν είμαι στο γραφείο, συνεχώς τρέχω», έλεγε πριν 25 χρόνια ο ζάμπλουτος σήμερα Τζέφ Μπέζος, ο άνθρωπος που «έστησε» και δημιούργησε τον όμιλο Amazon. Έναν όμιλο κολοσσό στο χώρο της εμπορίας βιβλίων και άλλων αγαθών και που φιλοδοξεί να γίνει η πρώτη ψηφιακή λιανεμπορική οντότητα στον αναδυόμενο νέο κόσμο της κατανάλωσης στην ψηφιακή εποχή.

Γράφει ο Αθ. Χ. Παπανδρόπουλος

Αναλύοντας τότε γιατί «έτρεχε» στο γραφείο του, ο Τζεφ Μπέζος εξηγούσε ότι η ταχύτητα ήταν το σήμα κατατεθέν της διαδικτυακής – ψηφιακής εποχής. Τόνιζε δε ότι στο μέτρο που ένα διαδικτυακό έτος αντιστοιχεί σε μόνο τρεις μήνες ημερολογιακού χρόνου, οι περίοδοι για λήψεις αποφάσεων περιορίζονται σε λίγα λεπτά της ώρας.

«…Αυτή είναι μια κορυφαία διάσταση της φύσης του ανταγωνισμού στην ψηφιακή εποχή, στην οποίαν ένας ανταγωνιστής, ανά πάσα στιγμή, μπορεί να προβάλλει από το πουθενά….», έλεγε ο Μπέζος και δεν είναι λίγα τα γεγονότα που τον δικαιώνουν.

Δεν χωρά καμιά αμφιβολία έτσι ότι ο επιχειρηματικός κόσμος έχει ήδη από καιρό γνωρίσει μια νέα περίοδο λειτουργίας και εξέλιξής του. Και η οποία περίοδος διαφέρει αισθητά από το παρελθόν σε πολλά σημεία, κάποια από τα οποία έχουν και υπαρξιακό χαρακτήρα.

Σε αυτές τις νέες συνθήκες, ποιο μπορεί να είναι το προφίλ του επιχειρηματία και όλων αυτών των στελεχών που συνθέτουν την ελίτ των επιχειρήσεων; Ποια έννοια αποκτά η επιχειρηματικότητα; Ποιο μέλλον έχει ο περίφημος ψυχρός ορθολογισμός, ο οποίος υποτίθεται ότι υπαγόρευε επιχειρηματικές δράσεις, πρωτοβουλίες και στρατηγικές;

Σε πρώτη ανάγνωση, αν εξετάσει κανείς τη διοίκηση των επιχειρήσεων από την οπτική γωνία των τριών βιομηχανικών επαναστάσεων που γνώρισε ο αναπτυγμένος κόσμος, δεν μπορεί να παραλείψει μια αναφορά στον διάσημο γκουρού του μάνατζμεντ Τομ Πήτερς, τον πρώτο πολέμιο στις αρχές της δεκαετίας του 1990 της ορθολογικής διοικητικής παράδοσης. Οπαδός της δημιουργικής αναγκαιότητας, του χάους και της τρέλλας, ο Τομ Πήτερς ανέτρεψε πολλά από τα σοβαροφανή δεδομένα του μάνατζμεντ.

Όταν ο Πήτερς, μετέπειτα συγγραφέας του πολύκροτου βιβλίου «Σε Αναζήτηση της Αριστείας», πήγε για σπουδές στην σχολή διοίκησης επιχειρήσεων του Χάρβαρντ, το μάνατζμεντ κυριαρχούνταν ακόμη από τους ψυχρούς αριθμούς.

«…Τα μόνα στοιχεία που πολλοί από εμάς θεωρούσαν ως “πραγματικά δεδομένα” ήσαν αυτά που μπορούσαν να εκφρασθούν με αριθμούς. Η εκπαίδευση του μάνατζμεντ έδινε έμφαση στις αρετές της ποσοτικής ανάλυσης, απέρριπτε τον “ανθρωπισμό” και την μη επιστημονική διαίσθηση, ενώ ευνοούσε τις αντικειμενικές αναλυτικές τεκμηριώσεις όλων των αποφάσεων. Με λίγα λόγια, διασφάλιζε με κάθε τρόπο ότι η εξουσία βρισκόταν στους “τεχνικούς αναλυτές”…», έγραφε τότε.

Το δε το βιβλίο που συνέγραψε λίγο αργότερα με τον Μπ. Γουώτερμαν, αποτελούσε οξεία κριτική του ορθολογικού διοικητικού παραδείγματος, για το οποίο οι συγγραφείς τόνιζαν ότι είναι «αρκετά σωστό για να είναι επικίνδυνα λανθασμένο». Στο In Search of Excellence, οι Πήτερ και Γουώτερμαν προωθούσαν τρία επιχειρήματα κατά του ορθολογιστικού μοντέλου.

  1. Πρώτον, το μοντέλο δίνει πολύ μεγάλη έμφαση στην οικονομική ανάλυση και πολύ μικρή στην υποκίνηση των εργαζομένων ή στην ικανοποίηση των πελατών. Η εμμονή με το κόστος πείθει τις επιχειρήσεις να υποτιμούν την ποιότητα και την αξία, να επιδιορθώνουν τα παλαιά προϊόντα παρά να εφευρίσκουν καινούργια και να χειρίζονται τους εργαζομένους ως κόστος παραγωγής παρά ως πηγές δημιουργίας αξίας. Οι συγγραφείς παραθέτουν ως απόδειξη ένα απόσπασμα του συναδέλφου τους Άντονυ Άθος: «Οι καλοί μάνατζερς δημιουργούν νόημα για τους ανθρώπους, παράγοντας και χρήματα».
  2. Δεύτερον, το ορθολογικό μοντέλο ενίσχυε τη γραφειοκρατική συμμόρφωση παρά την επιχειρηματική καινοτομία. Οι ορθολογιστές μάνατζερς πιστεύουν ότι το μεγάλο είναι το καλύτερο, επειδή φέρνει τις οικονομίες κλίμακας- ότι η ακαταστασία είναι καταστροφική επειδή σημαίνει σπατάλες και σύγχυση· και ότι ο προγραμματισμός είναι ουσιαστική ανάγκη, επειδή επιτρέπει στις επιχειρήσεις να ελέγχουν το μέλλον τους.
  3. Τρίτον, το ορθολογικό μοντέλο βασίζεται σε μία παρεξήγηση της ανθρώπινης φύσης. «Το κεντρικό πρόβλημα με την ορθολογική άποψη της οργάνωσης των ανθρώπων είναι ότι οι άνθρωποι δεν είναι και τόσο ορθολογιστές», ισχυρίζονταν οι συγγραφείς. «Ο άνθρωπος είναι απλώς σχεδιασμένος με λάθος τρόπο για να ταιριάξει στο παλιό μοντέλο του Taylor ή στα σημερινά οργανογράμματα. Οι επιστημονικοί μάνατζερς υπερεκτιμούν την σημασία των οικονομικών αμοιβών στην υποκίνηση των εργαζομένων: οι άνθρωποι ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο για τα άυλα πράγματα, όπως το κέρδος της εύνοιας των συναδέλφων ή η εργασία για έναν οργανισμό τον οποίο θαυμάζουν».

Σήμερα, ενώ η ψηφιακή ανατροπή επεκτείνεται μέρα με τη μέρα, δύο άλλοι γκουρού της επιχειρηματικής στρατηγικής, οι Γκάρυ Χόμελ και Μισέλ Ζανίνι, στο βιβλίο τους «HUMANCRACY», τονίζουν ότι οι εταιρείες πρέπει να απαλλαγούν από τα γραφειοκρατικά δεσμά τους και να βρουν έναν νέο ανθρωπισμό.

Η επιχείρηση δεν μπορεί να είναι ποσοτικοί στόχοι. Σε καιρούς ταχύτητας των αλλαγών, η εταιρική οντότητα, θα εξαρτάται όλο και πιο πολύ από την ποιότητα των ανθρώπων της, από την τεχνογνωσία τους καθώς και από την δέσμευση τους έναντι αυτής. Ακόμα περισσότερο, η αυριανή διοίκηση των επιχειρήσεων θα είναι μία διαδικασία απόκτησης, αξιοποίησης και ενσωμάτωσης γνώσεων, με σκοπό τις αλλαγές. Συνεπώς, οι μάνατζερς θα πρέπει να είναι άτομα επιρρεπή στις μεταβολές, φερέγγυα και έντιμα, για να μπορούν να μεταδίδουν τον ενθουσιασμό τους και στους άλλους. Θα πρέπει, επίσης, να μπορούν να διοικούν τις επιχειρήσεις υπό καθεστώς διοικητικής χαλαρότητας.

«Οι επιχειρήσεις» τονίζει ο Γκάρυ Χάμελ, «πρέπει να ξεμπερδεύουν με τα γραφειοκρατικά τους δίκτυα. Μόνον εφαρμόζοντας έναν νέο ανθρωπισμό, η εταιρεία θα βρει στους κόλπους της και τους καταλύτες της αλλαγές της».

div#stuning-header .dfd-stuning-header-bg-container {background-color: #5dacee;background-size: initial;background-position: top center;background-attachment: initial;background-repeat: initial;}#stuning-header div.page-title-inner {min-height: 450px;}#main-content .dfd-content-wrap {margin: 0px;} #main-content .dfd-content-wrap > article {padding: 0px;}@media only screen and (min-width: 1101px) {#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars {padding: 0 0px;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars > #main-content > .dfd-content-wrap:first-child,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars > #main-content > .dfd-content-wrap:first-child {border-top: 0px solid transparent; border-bottom: 0px solid transparent;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width #right-sidebar,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width #right-sidebar {padding-top: 0px;padding-bottom: 0px;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars .sort-panel,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars .sort-panel {margin-left: -0px;margin-right: -0px;}}#layout .dfd-content-wrap.layout-side-image,#layout > .row.full-width .dfd-content-wrap.layout-side-image {margin-left: 0;margin-right: 0;}