Οι βόμβες του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους θα τινάξουν στον αέρα την χώρα!
Οταν μια κοινωνία κάθεται πάνω σε μια βόμβα δημόσιου χρέους που ξεπέρασε πλέον τα 400 δισ. ευρώ, που, συνυπολογίζοντας και το ιδιωτικό χρέος, ξεπερνά κατά πολύ το μισό τρισεκατομμύριο ευρώ, πώς είναι δυνατόν να κάνουμε stress test για τις τράπεζες, αλλά για το χρέος να μιλάμε με όρους ευνοϊκών συνθηκών;
Kυβερνητικοί παράγοντες, οίκοι αξιολόγησης, επίσημοι φορείς, όπως η ΕΚΤ και το ΔΝΤ, και επενδυτικές τράπεζες προβάλλουν μια κοινή εκτίμηση για το ελληνικό δημόσιο χρέος: πρώτον, είναι βιώσιμο (δηλαδή εξυπηρετήσιμο), δεύτερον, μειώνεται θεαματικά ως ποσοστό του ΑΕΠ και, τρίτον, με την αναμενόμενη επίτευξη της επενδυτικής βαθμίδας για τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, το κόστος δανεισμού για το Δημόσιο, αλλά και για τον ιδιωτικό τομέα, θα μειωθεί αισθητά.
Ολοι αυτοί οι ισχυρισμοί ισχύουν μέχρις ενός βαθμού, αλλά μόνο υπό δύο προϋποθέσεις: ότι δεν θα υπάρξει κάποια δυσμενής στροφή στη διεθνή συγκυρία και ότι μιλάμε σε βραχυμεσοπρόθεσμη και όχι σε μακροπρόθεσμη βάση. Με λίγα λόγια ο ισχυρισμός αυτός ισχύει (έστω κι αν διογκώνεται και εργαλειοποιείται πολιτικά) αν -και για όσο- συνεχίσουν να ισχύουν οι σημερινές ευνοϊκές συνθήκες.
«Κανονικότητα»
Ωστόσο, η περίοδος από το 2008 και ύστερα και ιδιαίτερα από το 2020 και ύστερα δεν επιτρέπει τέτοια απερίσκεπτη αισιοδοξία: ο πόλεμος στην Ουκρανία και η ένταση των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, η «αποπαγκοσμιοποίηση», η άγνωστης συνέχειας και αγνώστων συνεπειών «μάχη» των κεντρικών τραπεζών με τον πληθωρισμό και η κλιμάκωση της κλιματικής κρίσης -για να μιλήσουμε μόνο για όσα εγκυμονούν ρίσκα εντελώς πιθανά- δεν «υπογράφουν» τη διατήρηση ευνοϊκών συνθηκών για την εξυπηρέτηση του χρέους σε μεσοπρόθεσμη βάση.
Αντίθετα, θέτουν εντελώς ρεαλιστικά το εξής ερώτημα: Τα θεμελιώδη δεδομένα του ελληνικού δημόσιου χρέους και της ελληνικής οικονομίας θα αντέξουν σε μια πιθανή δοκιμασία που θα προσομοιάζει με πραγματικό stress test;
Οταν μια κοινωνία κάθεται πάνω σε μια βόμβα δημόσιου χρέους που ξεπέρασε πλέον τα 400 δισ. ευρώ, που, συνυπολογίζοντας και το ιδιωτικό χρέος, ξεπερνά κατά πολύ το μισό τρισεκατομμύριο ευρώ, πώς είναι δυνατόν να κάνουμε stress test για τις τράπεζες, αλλά για το χρέος να μιλάμε με όρους ευνοϊκών συνθηκών; Κι αν οι συνθήκες πάψουν να είναι ευνοϊκές; Ας γίνει «ό,τι είναι γραφτό να γίνει»;
Πάντως, αν υπάρξει μια δυσμενής στροφή στη διεθνή οικονομική συγκυρία και εκδηλωθεί ξανά κρίση χρέους, ένα «τίμιο» stress test για το ελληνικό χρέος θα έπρεπε να λάβει υπόψη του τρία πράγματα:
● Το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης: το οποίο στα τέλη του 2023 θα φτάσει τα 50 δισ. ευρώ πάνω από το αντίστοιχο του 2019 (βλέπε σχετικό πίνακα).
● Τη σύνθεση του χρέους: τo 2022 τo 76% του χρέους κατείχε ο επίσημος τομέας (δάνεια EFSF, ESM και χωρών-μελών – GLF) και το 24% ο ιδιωτικός.
● Τις ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης: το μέτρο για το ύψος αυτών των αναγκών το δίνει το έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, που το 2022 έκλεισε στο 9,7% του ΑΕΠ.
Αν συνθέσουμε αυτά τα στοιχεία, τα συμπεράσματα είναι:
Ο όγκος του χρέους είναι «βουνό» και σε περίπτωση νέας κρίσης θα ξαναφέρει τη χώρα «στα σκοινιά». Θα υπάρξει αποκλεισμός από τις αγορές, οι αυξημένες ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης θα κάνουν το πρόβλημα πολύ οξύτερο και το γεγονός ότι το 76% του χρέους κατέχεται από επίσημους φορείς της ευρωζώνης, θα φέρει μια νέα σκληρή επιτήρηση – στην καλύτερη περίπτωση, γιατί υπάρχει πάντα το σενάριο να μην είναι πολιτικά εφικτό η ευρωζώνη να συμφωνήσει σε νέα βοήθεια προς την Ελλάδα.
Με αυτά δεδομένα, πρέπει να αξιολογηθεί το γεγονός ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη αύξησε στην τετραετία διακυβέρνησής της τον όγκο του χρέους κατά 50 δισ. ευρώ.
Πληθωρισμός και επενδυτική βαθμίδα
Σε συνθήκες που το ΑΕΠ αυξάνεται σημαντικά, το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνεται «εύκολα», ακόμη κι αν μια χώρα έχει δημοσιονομικό έλλειμμα, ακόμη και αν έχει πρωτογενές έλλειμμα. Σε τέτοιες συνθήκες βρέθηκε η ελληνική οικονομία την τελευταία διετία, λόγω όμως κυρίως του… υψηλού πληθωρισμού και δευτερευόντως των πόρων πολλών δισ. ευρώ που εισέρρευσαν στην ελληνική οικονομία από το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ).
Ομως ο υψηλός πληθωρισμός, που αυξάνει το ΑΕΠ πολύ περισσότερο απ’ ό,τι το κάνουν οι πραγματικοί ρυθμοί ανάπτυξης, «υπό κανονικές συνθήκες» θα εξακολουθήσει να ισχύει μέχρι και το 2023 – από το 2024 ο πληθωρισμός θα μειωθεί αρκετά χαμηλά ώστε να μην ασκεί μεγάλη επιρροή στο ΑΕΠ. Οι ωφέλειες από την εισροή πόρων του ΤΑΑ θα ισχύσουν μέχρι και το τέλος του 2026.
Οι πραγματικοί ρυθμοί ανάπτυξης μειώνονται το 2023 και το 2024 στο ήμισυ ή και λιγότερο των ρυθμών ανάπτυξης του 2022. Επιπλέον, η ανάπτυξη με πόρους του ΤΑΑ επιδεινώνει το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών, που το 2022 πλησίασε το 10% του ΑΕΠ!
Οταν λοιπόν τελειώσει το… μπόνους του υψηλού πληθωρισμού και ταυτόχρονα οι κεντρικές τράπεζες κρατούν ψηλά τα επιτόκια για να αποτρέψουν αναζωπύρωσή του, ποιος εγγυάται ότι το κόστος δανεισμού θα μειωθεί περαιτέρω λόγω επίτευξης της επενδυτικής βαθμίδας σε συνθήκες αυξημένων αναγκών εξωτερικής χρηματοδότησης και υψηλών επιτοκίων του ευρώ;