Ζάχαρη όπως…λιγνίτης

Κυριακή 09/12/2022    12 : 59 : 23
ζαχαρη
70 / 100

Όλα… ζάχαρη ισχυρίζονταν οι ακραίοι εκφραστές του νεοφιλελευθερισμού, όταν τα εργοστάσια ζάχαρης οδηγούνταν στο κλείσιμο και στην εκποίηση για το χατίρι μιας κακομαθημένης σε νοοτροπία Ευρώπης και για τα μάτια των Πολωνών.

Τότε μιλούσαν για μονόδρομο, διαρρήγνυαν τα ιμάτια τους πως αξίζει να εισάγουμε παρά να παράγουμε και πως ο λόγος κόστος/όφελος ήταν σε βάρος της λειτουργίας τους. Το όποιο χρέος του χθες έμπαινε μπροστά ως αφήγημα, με μόνο και κυρίαρχο στόχο τα εργοστάσια στην Ελλάδα να βάλουν λουκέτο.

Λευκή βλέπετε σε χρώμα η ζάχαρη, λευκό ένα μέρος την γαλανόλευκης σημαίας και αυτό φαίνεται για κάποιους νεοφιλελεύθερους, στην στρατηγική και την σκέψη, γίνεται κόκκινο πανί. Τα ασημικά της χώρας μόνιμα και εύκολα προς πώληση, ή καλύτερα προς ξεπούλημα μπιρ παρά, χωρίς στρατηγική και ώριμη, μελετημένη σκέψη για την επόμενη μέρα του τόπου.

Κανείς από αυτούς του Μανδαρίνους χαρτογιακάδες πίσω από τις ισχυρές βιομηχανίες της ζάχαρης, δεν έβλεπε τις ανάγκες της χώρας που ξεπερνούν τους 300.000 τόνους ετησίως, τις εκατοντάδες θέσεις εργασίας και μάλιστα σε ευαίσθητες εθνικά και δημογραφικά περιοχές, την άνοδο της τιμής και άρα του κέρδους που θα ερχόταν, τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές που το κράτος θα εισέπραττε και το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, που πρέπει να οφείλεται κατά μεγάλο βαθμό στην εγχώρια πρωτογενή και δευτερογενή παραγωγή και στην αύξηση των εξαγωγών και την μείωση των εισαγωγών. Τώρα αλήθεια, που βρισκόμαστε σε μια πραγματικά δύσκολη διεθνή συγκυρία με το ισοζύγιο να γέρνει υπέρ των εισαγωγών, τι αλήθεια έχουν να απαντήσουν.

Τώρα πως θα καραμελώσουν ή καλύτερα θα ζαχαρώσουν τις αποφάσεις τους, και τις ενέργειες τους, που μας οδήγησαν στην απόλυτη εισαγωγική εξάρτηση. Τώρα, που η τιμή του προϊόντος στις διεθνείς αγορές, ανεβαίνει μέρα με την ημέρα. Τώρα, που αποδεικνύεται πως η στρατηγική των λουκέτων στην ελληνική βιομηχανία, όπως έγινε και στην περίπτωση της ΛΑΡΚΟ, ήταν πέρα για πέρα λαθεμένη, το τέλος της τευτλοπαραγωγής σήμανε και το τέλος της ΕΒΖ.

Η παραγωγή των χιλιάδων τόνων ετησίως σταδιακά μειωνόταν, λόγω των πολιτικών στρατηγικών επιλογών να μην στηριχθούν τα εργοστάσια και το εγχώριο προϊόν για τα μάτια της Ευρώπης, για να φτάσουμε στο τέλος να παράγουμε πριν από μια πενταετία μόνο 3.500 τόνους. Πολλά χρόνια βέβαια πριν, κάποιοι θιασώτες της ελεύθερης οικονομίας, με όρους νεοφιλελευθερισμού και υπερσυγκεντρωτισμού του παραγόμενου πλούτου στα χέρια λίγων, είχαν βάλει το χεράκι τους στην ιστορία για να γίνουμε στο τέλος της ημέρας, από παραγωγοί όμηροι ξένων οικονομικών συμφερόντων, και εισαγωγείς ενός βασικού καταναλωτικού αγαθού, που θα μπορούσε να παράγεται στο «σπίτι» μας. Σήμερα οι τριακόσιες χιλιάδες τόνοι που εισάγονται στην χώρα, δημιουργούν μια αιμορραγία μεγαλύτερη των 120 εκατομμυρίων ευρώ.

Όταν μισθώθηκαν τα εργοστάσια της ΕΒΖ στην Royal Sugar, τότε οι ανακοινώσεις έλεγαν ότι θα επαναλειτουργήσουν, όμως αυτό δεν συνέβη και το εργοστάσιο των Σερρών έμεινε ανενεργό γιατί η υγειονομική κρίση πρόλαβε τις εξελίξεις, όμως οι εισαγωγές συνεχίζονται όπως και η διαρροή ζεστού χρήματος από την χώρα. Τώρα καλά πληροφορημένες πηγές κάνουν λόγο για σχέδιο προκήρυξης διαγωνισμού για την πώληση των εργοστασιακών μονάδων της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης και σε μια τέτοια περίπτωση για δυο από αυτά η Royal Sugar έχει δηλώσει παρούσα.

Όμως ένα είναι το σίγουρο, πως είναι… αργά για δάκρυα Στέλλα, καθώς και χρόνος χρειάζεται για να γίνει και να ολοκληρωθεί ο διαγωνισμός και για να πάρουν μπρος οι μηχανές και οι τευτλοπαραγωγοί να πιάσουν πάλι δουλειά στο χωράφι. Το σίγουρο πάντως είναι ένα: Πως και όλα αυτά που συζητούνται στα χαρτιά να γίνουν πράξη, τα νούμερα της εγχώριας παραγωγής δεν θα καλύψουν την ζήτηση, παρά ένα μόνο μικρό μέρος της.

ΠΗΓΗ

div#stuning-header .dfd-stuning-header-bg-container {background-color: #5dacee;background-size: initial;background-position: top center;background-attachment: initial;background-repeat: initial;}#stuning-header div.page-title-inner {min-height: 450px;}#main-content .dfd-content-wrap {margin: 0px;} #main-content .dfd-content-wrap > article {padding: 0px;}@media only screen and (min-width: 1101px) {#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars {padding: 0 0px;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars > #main-content > .dfd-content-wrap:first-child,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars > #main-content > .dfd-content-wrap:first-child {border-top: 0px solid transparent; border-bottom: 0px solid transparent;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width #right-sidebar,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width #right-sidebar {padding-top: 0px;padding-bottom: 0px;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars .sort-panel,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars .sort-panel {margin-left: -0px;margin-right: -0px;}}#layout .dfd-content-wrap.layout-side-image,#layout > .row.full-width .dfd-content-wrap.layout-side-image {margin-left: 0;margin-right: 0;}