Επιμένουν ελληνικά οι Έλληνες καταναλωτές

ψωνια
65 / 100

Η ελληνικότητα των προϊόντων και η τιμή πώλησης τους είναι τα δύο βασικά κριτήρια με τα οποία οι καταναλωτές επιλέγουν τα διάφορα είδη τροφίμων. Τούτο προκύπτει από σχετικά έρευνα που πραγματοποίησαν από κοινού το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών σε συνεργασία με τον ΕΦΕΤ σχετικά με τη διατροφική επισήμανση στις συσκευασίες των τροφίμων.

Στην έρευνα συμμετείχαν 1.574 άτομα, από τα οποία το 65,5% ήταν γυναίκες – μέση ηλικία 39,5 έτη, ενώ στους άντρες τα 43,5 έτη. Οι 8 στους 10 συμμετέχοντες ήταν από τους νομούς Αττικής και Θεσσαλονίκης, ενώ το 85% κατείχε πτυχίο πανεπιστημίου. Την ερευνητική και συντακτική ομάδα αποτελούσαν οι Εμμανουέλα Μαγριπλή, Επίκουρη Καθηγήτρια Διατροφικής Επιδημιολογίας & Δημόσιας Υγείας, Τμήμα Επιστήμης Τροφίμων και Διατροφής του Ανθρώπου, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Επιστημονική Υπεύθυνη), Ανδρέας Δριχούτης, Αναπληρωτής Καθηγητής Οικονομικών της Συμπεριφοράς του Καταναλωτή, Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Δημοσθένης Παναγιωτάκος, Καθηγητής Βιοστατιστικής και Επιδημιολογίας, Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Δρ Ασπασία Σαμωνά, Προϊσταμένη Τμήματος Επισήμανσης Τροφίμων και Ηλεκτρονικού Εμπορίου, Δ/νση Προστασίας Καταναλωτών, ΕΦΕΤ, Δρ Γεώργιος Μαράκης, Ειδικό Επιστημονικό Προσωπικό, Αναπλ. Προϊστάμενος Τμήματος Διατροφής και Προδιαγραφών, Δ/νση Αξιολόγησης Επικινδυνότητας και Διατροφής, ΕΦΕΤ.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας οι περισσότεροι συμμετέχοντες, άνω του 75%, δήλωσαν ότι προτιμούν να επιλέγουν συχνά/πάντα ελληνικά τρόφιμα, με το ποσοστό αυτό να αυξάνεται με την ηλικία (62,8% για την ηλικιακή ομάδα 18 – 25 ως 86,7% για την ηλικιακή ομάδα άνω των 60). Εξοικειωμένοι με τα προϊόντα ΠΟΠ δήλωσαν ότι είναι το 45,3% των συμμετεχόντων, ενώ εξοικειωμένοι με τα προϊόντα ΠΓΕ δήλωσαν ότι είναι το 24,4%. Αξίζει να σημειωθεί ότι περίπου οι μισοί από τους καταναλωτές (46,9%) δεν γνώριζαν τη διαφορά μεταξύ των δύο σημάτων.

Κατά μέσο όρο περίπου το 60% των συμμετεχόντων δήλωσαν ότι αγοράζουν προϊόντα τροφίμων με βάση την τιμή τους (80,2% μεταξύ των νέων 18-25 ετών και 51,9% μεταξύ των ηλικιωμένων άνω των 60 ετών). Όμως μόνο το 20% περίπου των συμμετεχόντων θεωρούσε την τιμή ενός τροφίμου ότι είναι πιο σημαντικός παράγοντας από τη διατροφική του σύσταση για την επιλογή του. Κι όπως επισημαίνεται σχετικά αυτό άλλωστε έρχεται σε συμφωνία με το γεγονός ότι οι περισσότεροι συμμετέχοντες (άνω του 80%) δήλωσαν ότι η διατροφική πληροφορία στην ετικέτα έχει μεγάλη σημασία.

Από την άλλη πλευρά, ένα εξίσου αντίστοιχο ποσοστό των συμμετεχόντων (άνω του 80%) δήλωσε ότι αποφεύγουν τρόφιμα τα οποία θεωρούν ανθυγιεινά ανεξάρτητα από την επισήμανση τους. Το 68% άλλωστε δήλωσε ότι έχει καλή γνώση διατροφικών συστάσεων για υγιεινή διατροφή και αυτό μπορεί να εξηγήσει εν μέρει το γεγονός ότι αποφεύγουν τρόφιμα που δεν θεωρούν υγιεινά ανεξάρτητα από την διατροφική επισήμανση του προϊόντος. Οι 6 στους 10 συμμετέχοντες δήλωσαν ότι αναζητούν μεμονωμένα θρεπτικά συστατικά στη συσκευασία των τροφίμων και αντίστοιχο ποσοστό (61%) φάνηκε να συμφωνεί στην υποχρεωτική αναγραφή του ποσοστού μεμονωμένων συστατικών σε σχέση με τις συστάσεις. Ένα μικρότερο ποσοστό (και συγκεκριμένα οι μισοί από τους συμμετέχοντες) δήλωσαν ότι συμφωνούν με την υποχρεωτική αναγραφή της συνολικής διατροφικής αξίας του τροφίμου. Η αναγραφή του ποσοστού μεμονωμένων συστατικών στο μπροστινό μέρος της συσκευασίας ήδη υπάρχει στην Ελλάδα πάνω από μία δεκαετία σε πολλά προϊόντα.

Σχεδόν οι 7 στους 10 συμμετέχοντες υποκειμενικά δήλωσαν ότι είναι εξοικειωμένοι με τις ετικέτες των τροφίμων και μπορούν να επιλέξουν υγιεινά διαβάζοντας τις ετικέτες στη συσκευασία. Όσον αφορά στην επιλογή της ενεργειακής πρόσληψης (θερμίδες) ανά μερίδα ή ανά 100 γρ. προϊόντος στην ετικέτα του τροφίμου, δεν υπήρχε από τους συμμετέχοντες κάποια σημαντική διαφορά ως προς την προτίμηση.

ΠΗΓΗ

div#stuning-header .dfd-stuning-header-bg-container {background-color: #5dacee;background-size: initial;background-position: top center;background-attachment: initial;background-repeat: initial;}#stuning-header div.page-title-inner {min-height: 450px;}#main-content .dfd-content-wrap {margin: 0px;} #main-content .dfd-content-wrap > article {padding: 0px;}@media only screen and (min-width: 1101px) {#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars {padding: 0 0px;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars > #main-content > .dfd-content-wrap:first-child,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars > #main-content > .dfd-content-wrap:first-child {border-top: 0px solid transparent; border-bottom: 0px solid transparent;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width #right-sidebar,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width #right-sidebar {padding-top: 0px;padding-bottom: 0px;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars .sort-panel,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars .sort-panel {margin-left: -0px;margin-right: -0px;}}#layout .dfd-content-wrap.layout-side-image,#layout > .row.full-width .dfd-content-wrap.layout-side-image {margin-left: 0;margin-right: 0;}