Εγκλωβισμένα στην ενεργειακή φτώχεια που προκαλεί η «απελευθερωμένη» αγορά Ενέργειας εκατομμύρια νοικοκυριά

 28/11/2022    12 : 56 : 50
ρευμα 2
66 / 100

Εγκλωβισμένα στην ενεργειακή φτώχεια που προκαλεί η «απελευθερωμένη» αγορά Ενέργειας βρίσκονται εκατομμύρια εργατικά – λαϊκά νοικοκυριά. Οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος από τον Οκτώβρη του 2021 μέχρι και σήμερα βρίσκονται σε ένα συνεχές ανοδικό ράλι, ενώ καμιά ουσιαστική ανακούφιση δεν μπορεί να υπάρξει από τα μέτρα της κυβέρνησης, που ενισχύουν ακόμα περισσότερο όλες τις αιτίες που προκαλούν το πρόβλημα.

Μεταδίδει το imerodromos.gr

Στη μακρά της πορεία η «απελευθέρωση» μετέτρεψε την Ενέργεια – εμπόρευμα σε χρηματιστηριακό προϊόν, κάνοντας σκόνη βέβαια τα φληναφήματα αστικών πολιτικών δυνάμεων, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, ότι είναι δυνατόν σε συνθήκες καπιταλιστικής αγοράς να διασφαλιστεί η Ενέργεια ως «κοινωνικό αγαθό», ανεξάρτητα αν η πλειοψηφία των μετοχικών εταιρειών ανήκει στο κράτος ή σε άλλους ιδιώτες. Οπως έχει αποδειχτεί στη χώρα μας και σε όλη την ΕΕ, η στρατηγική της «απελευθέρωσης» εκτόξευσε τα κέρδη των ομίλων στην παραγωγή και στη διανομή της Ενέργειας, καταδικάζοντας εκατομμύρια νοικοκυριά να ζουν σε συνθήκες ενεργειακής φτώχειας ή να πληρώνουν υπέρογκους λογαριασμούς.

Διαμόρφωσε ταυτόχρονα το έδαφος πάνω στο οποίο ξετυλίγεται σήμερα ο σχεδιασμός της «πράσινης μετάβασης», προσθέτοντας νέα χαράτσια και κόστη για τα λαϊκά στρώματα, εκθέτοντας την ενεργειακή αυτάρκεια στους κινδύνους των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, όπως γίνεται τώρα με τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Μέσα στο πλαίσιο της «απελευθερωμένης» αγοράς Ενέργειας, τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται είναι πολλά και διάφορα. Για να κατανοήσει κάποιος το μέγεθος του παιχνιδιού που παίζεται στις πλάτες του λαού, αρκεί να κατανοήσει το πώς λειτουργεί σήμερα ο μηχανισμός που διαμορφώθηκε στο πλαίσιο της «απελευθέρωσης» της αγοράς Ενέργειας.

Χρηματιστήριο Ενέργειας

Το πλαίσιο αυτό επιτρέπει τη λειτουργία του βασιλείου της κερδοσκοπίας, του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της ΕΕ, που ενσωματώθηκαν στην εθνική νομοθεσία επίσης με νόμο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Εχουμε και λέμε λοιπόν:

Η χονδρική τιμή κάθε μέρας διαμορφώνεται την προηγούμενη. Οι προμηθευτές Ενέργειας δηλώνουν στο Χρηματιστήριο Ενέργειας τις ποσότητες που θα χρειαστούν όλοι οι καταναλωτές στην Ελλάδα ή σε άλλες χώρες, ανά ώρα το επόμενο 24ωρο. Η ζήτηση είναι διαφορετική κάθε ώρα, αφού το πρωί η κατανάλωση είναι μεγαλύτερη, καθώς όλη η οικονομία δουλεύει στο «φουλ», ενώ τις βραδινές ώρες είναι μικρότερη.

Αντίστοιχα, οι παραγωγοί καταθέτουν προσφορές Ενέργειας ανά ώρα για να ικανοποιήσουν τη ζήτηση. Στο σύστημα μπαίνουν κατά προτεραιότητα οι ΑΠΕ με μηδενική τιμή, έχοντας διασφαλίσει μέσω συμβάσεων εγγυημένες τιμές ανεξάρτητα από την τιμή της αγοράς. Στην αρχή γίνονται αποδεκτές οι φθηνότερες προσφορές και οι αντίστοιχες μονάδες. Αφού οι φθηνές μονάδες καλύψουν όποιο μέρος μπορούν της αναγκαίας Ενέργειας, αρχίζουν να γίνονται δεκτές οι προσφορές από τις ακριβότερες μονάδες.

Η αποκαλούμενη Οριακή Τιμή Συστήματος (ΟΤΣ) ανά ώρα είναι η ακριβότερη προσφορά που θα δώσει κάποιος παραγωγός για να καλύψει την τελευταία MWh που χρειάζεται το σύστημα.

Για παράδειγμα, αν το σύστημα χρειάζεται ακόμη 2 MWh για να συμπληρώσει την απαιτούμενη Ενέργεια για το διάστημα 8 – 9 το βράδυ και η μόνη προσφορά που έχει είναι στα 322 ευρώ ανά μεγαβατώρα, τότε η ΟΤΣ για εκείνη την ώρα θα διαμορφωθεί στα 322 ευρώ. Η Τελική Οριακή Προσφορά ανά ώρα αποτελεί την τιμή με την οποία θα πληρωθούν όλοι οι παραγωγοί ρεύματος ανεξαρτήτως της τιμής στην οποία πρόσφεραν τη δική τους Ενέργεια. Ετσι λειτουργεί η ημερήσια αγορά στο Χρηματιστήριο Ενέργειας.

Υπάρχει και η αγορά εξισορρόπησης. Αυτή λειτουργεί σε πραγματικό χρόνο. Εάν διαπιστωθεί ότι οι εκτιμήσεις για την κατανάλωση δεν ήταν σωστές και χρειάζεται περισσότερη Ενέργεια, ο Διαχειριστής (ΑΔΜΗΕ) ζητάει περισσότερη Ενέργεια, η οποία πληρώνεται σε πολύ υψηλότερες τιμές.

Οι παραγωγοί Ενέργειας διαμορφώνουν τις προσφορές τους με τον εξής τρόπο. Οι προσφορές τους αντανακλούν κατά κανόνα το μεταβλητό κόστος (κόστος καυσίμου) κάθε μονάδας πλέον ενός περιθωρίου κέρδους. Βέβαια, οι τιμές, όπως σε όλα τα χρηματιστήρια, διαμορφώνονται ελεύθερα, που σημαίνει ότι σε περιόδους όπως αυτή που ζούμε, οι τιμές διαμορφώνονται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από το μεταβλητό κόστος, διευρύνοντας σημαντικά τα περιθώρια κέρδους.

Η αγορά λειτουργεί ως χρηματιστήριο και οι παραγωγοί μπορούν να δηλώνουν τιμές για την Ενέργεια που θα διαθέσουν στο σύστημα μέχρι και 3.000 ευρώ/MWh. Βεβαίως, πάντα θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους ότι δίνοντας μια πολύ υψηλή τιμή η μονάδα τους μπορεί να μείνει εκτός αγοράς. Πρακτικά, προσφέρουν υψηλές τιμές όταν οι συγκυρίες το επιτρέπουν, όταν δηλαδή οι τιμές διαμορφώνονται σε υψηλά επίπεδα και στις γειτονικές αγορές (και δεν συμφέρουν οι εισαγωγές) και όταν υπάρχει στενότητα επάρκειας ισχύος, κάτι που χαρακτηρίζει το ελληνικό σύστημα. Γι’ αυτό και σε κανονικές συνθήκες η ελληνική χονδρεμπορική αγορά είναι από τις ακριβότερες της Ευρώπης.

Απότοκο του Χρηματιστηρίου Ενέργειας ήταν και η περίφημη ρήτρα αναπροσαρμογής, που τελικά ήρθε να ενσωματωθεί στις χρεώσεις. Συγκεκριμένα, η Οριακή Τιμή Συστήματος, που αποτελεί μια βασική παράμετρο του τιμολογίου ηλεκτρικού ρεύματος και είναι η ανώτερη τιμή αγοράς από τον προμηθευτή, μεταφέρεται στον λογαριασμό ρεύματος, παλιότερα ως ρήτρα αναπροσαρμογής, τώρα ως κανονική χρέωση. Μάλιστα, αυτή η ρήτρα προϋπήρχε στα τιμολόγια των ιδιωτών παρόχων και στα τιμολόγια της ΔΕΗ από τον Αύγουστο του 2021, λόγω της «πράσινης μετάβασης». Δεν ξεκίνησε με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ετσι, οι πάροχοι μετακυλίουν στην κατανάλωση το σύνολο των αυξήσεων του κόστους προμήθειας στη χονδρεμπορική αγορά. Μέσω της ρήτρας αναπροσαρμογής μεταφέρεται στην κατανάλωση το συνολικό κόστος προμήθειας που προστίθεται πάνω στην ΟΤΣ.

Εμπόριο ρύπων

Ως βασικό μηχανισμό «για την καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη» – βασικά ως έναν ακόμα μοχλό για να προχωρήσουν οι «πράσινες» μπίζνες που σημαίνουν ενεργειακή φτώχεια για τον λαό – παρουσιάζει η ΕΕ το «Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών», γνωστό ως ΣΕΔΕ. Τι είναι αυτό το Σύστημα; Είναι ένα πραγματικό «χρηματιστήριο εκπομπών ρύπων». Βιομηχανίες και κλάδοι που εκπέμπουν αέρια θερμοκηπίου χαμηλότερα από το πλαφόν που τους έχει τεθεί μπορούν να πωλούν, για την ποσότητα που δεν κάλυψαν, «δικαιώματα ρύπανσης» αποκτώντας πρόσθετα κέρδη.

Από την άλλη μεριά, επιχειρηματικοί όμιλοι με ενεργοβόρες εγκαταστάσεις μπορούν να αγοράσουν το «περίσσευμα» αυτό αποκτώντας το «δικαίωμα» να ρυπαίνουν κατά το δοκούν. Τον λογαριασμό βέβαια πληρώνουν τα λαϊκά νοικοκυριά, στα οποία οι όμιλοι μετακυλίουν το κόστος. Αυτός ο μηχανισμός επικερδούς αγοραπωλησίας της ίδιας της ρύπανσης όχι απλώς δεν προστατεύει αλλά αποδεδειγμένα έχει εντείνει την υποβάθμιση του περιβάλλοντος.

Πέρα από το ζήτημα ότι στο όνομα της αντιμετώπισης της υπερθέρμανσης του πλανήτη ανοίγει ένα κερδοφόρο πεδίο επιχειρηματικής δράσης στον τομέα της λεγόμενης «πράσινης οικονομίας», όπως προαναφέρθηκε, ένα άλλο ενδεικτικό στοιχείο είναι ότι – όπως η ίδια η ΕΕ ομολογεί – λαμβάνει ως κριτήριο «το κόστος της ανάληψης δράσης σε σύγκριση με το κόστος της αδράνειας», με βάση τη γνωστή πολιτική της περί «κόστους – οφέλους». Η προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας είναι μία δευτερεύουσα πλευρά, σε σχέση με το κόστος για το κεφάλαιο, το κράτος του, τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις.

Θα ρωτήσει κάποιος: Δεν πρέπει να μειωθούν οι ρύποι; Η μείωση των εκπομπών ρύπων που επιδρούν αρνητικά στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον είναι αναγκαία. Για να επιτευχθεί απαιτείται να λαμβάνονται μέτρα εγγενούς ασφάλειας, δηλαδή πρόληψης του κινδύνου στην πηγή, αξιοποιώντας τις δυνατότητες που δίνει η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας.

Τέτοια μέτρα όμως είναι αδύνατο να εφαρμοστούν στο πλαίσιο του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης και της «ελεύθερης» αγοράς, όπου το κριτήριο που κυριαρχεί για όλα τα παραπάνω είναι η μακρόχρονη διασφάλιση της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων και όχι η προστασία της υγείας των εργαζομένων και του περιβάλλοντος, που έρχεται σε δεύτερο και τρίτο πλάνο.

div#stuning-header .dfd-stuning-header-bg-container {background-color: #5dacee;background-size: initial;background-position: top center;background-attachment: initial;background-repeat: initial;}#stuning-header div.page-title-inner {min-height: 450px;}#main-content .dfd-content-wrap {margin: 0px;} #main-content .dfd-content-wrap > article {padding: 0px;}@media only screen and (min-width: 1101px) {#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars {padding: 0 0px;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars > #main-content > .dfd-content-wrap:first-child,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars > #main-content > .dfd-content-wrap:first-child {border-top: 0px solid transparent; border-bottom: 0px solid transparent;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width #right-sidebar,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width #right-sidebar {padding-top: 0px;padding-bottom: 0px;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars .sort-panel,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars .sort-panel {margin-left: -0px;margin-right: -0px;}}#layout .dfd-content-wrap.layout-side-image,#layout > .row.full-width .dfd-content-wrap.layout-side-image {margin-left: 0;margin-right: 0;}