Απόγονοι δωσίλογων και συνεργατών των Γερμανών κυβερνούν την Ελλάδα

 29/11/2022    07 : 21 : 58
δοσιλογοι
68 / 100

Κυβερνούν την Ελλάδα οι απόγονοι των βολεμένων της τουρκοκρατίας, της γερμανικής κατοχής και της χούντας !!!

Από την πρώτη γερμανική κατοχή μέχρι το 2014

Του Δημοσθένη Κούκουνα

Η κλασική ρήση ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, εδώ έχει μια αξιοπρόσεκτη εφαρμογή. Και επειδή η ιστορική αλήθεια είναι ανώτερη από κάθε επιμέρους πολιτική ή άλλη σκοπιμότητα, αξίζει να εμβαθύνουμε σε κάποιες άγνωστες πτυχές που θα έπρεπε να επισημανθούν. Δυστυχώς επειδή η σύγχρονη ιστορία, ιδιαίτερα δε η κρίσιμη δεκαετία 1940, έχει μέχρι σήμερα συστηματικά κακοποιηθεί ένθεν κακείθεν, πολλά είναι τα αξιοσημείωτα που έχουν αποκρυβεί ή διαστρεβλωθεί. Περισσότερο παρά ποτέ, τώρα είναι η ώρα να τα εντοπίσουμε, να τα μελετήσουμε με υπευθυνότητα, να τα δούμε με ανοιχτή ματιά και οπωσδήποτε ανεπηρέαστα από προκαταλήψεις ή σκοπιμότητες. Η άγνοια και η ημιμάθεια συνέβαλαν σε μια παραμόρφωση του πολιτικού συστήματος κατά τη μεταπολεμική περίοδο, με αποτέλεσμα να καταστεί αυτό ένα επικίνδυνο μόρφωμα για τη χώρα μας, που αδίστακτα οδήγησε τον λαό μας στην εξαχρείωση και την εξαθλίωση.

Οι πολιτικές οικογένειες

Το μέγα ζητούμενο είναι κάποτε να ξαναδούμε υπό άλλη οπτική γωνία την πορεία των πολιτικών οικογενειών που διαχρονικά κυριαρχούν. Στην κατοχική περίοδο 1941-44 εμφανίζονται κάποιες τέτοιες οικογένειες, οι επίγονοι των οποίων συνεχίζουν μέχρι σήμερα να διαχειρίζονται τις τύχες της χώρας. Κατά κανόνα πρόκειται για γενάρχες οικογενειών, που – αν και αρχικά συνεργάστηκαν με τον κατακτητή – πρόλαβαν να καλύψουν την όποια επιλήψιμη δραστηριότητά τους.

Ο γέρος της δημοκρατίας, Γεώργιος Παπανδρέου, που μεταπολεμικά υπήρξε τρεις φορές πρωθυπουργός, στην αρχή της γερμανικής κατοχής υπήρξε μυστικοσύμβουλος του στρατηγού Τσολάκογλου (βλ. και το προσφάτως εκδοθέν βιβλίο μου «Ιστορία της Κατοχής», Εκδ. Λιβάνη, τόμ. α΄, σελ. 250), αναπτύσσοντας τη θεωρία πώς «να τα έχουμε καλά με τον κατακτητή». Οι ιταλικές εφημερίδες της εποχής είχαν φιλοξενήσει δηλώσεις του Γ. Παπανδρέου υπέρ της μεσογειακής πολιτικής της φασιστικής Ιταλίας!

Ο πατέρας του πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη είχε διορισθεί επί Κατοχής στην επίζηλη θέση του γενικού γραμματέα της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, λόγω της στενής φιλίας του με τον Γεώργιο Μερκούρη, αρχηγό του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδος και συμμετείχε στο άτυπο συμβούλιο των «Πέντε Γιώργηδων», που καθόριζαν κάθε βράδυ την τιμή της χρυσής λίρας στη μαύρη αγορά! Βεβαίως ο Γεώργιος Σημίτης εγκαίρως μεταστράφηκε προς την Αριστερά και την άνοιξη του 1944 ανέβηκε στα βουνά, αναλαμβάνοντας γενικός διοικητής Ρούμελης. Κατηγορήθηκε τότε ότι υπήρξε υπαίτιος εξαφάνισης 8.000 λιρών που είχαν στείλει οι Σύμμαχοι (βλ. «Μακεδονία» 13.6.1945).

Ο Θάνος Καραμανλής, εξάδελφος του Κωνσταντίνου Καραμανλή, υπήρξε συνεργάτης των Γερμανών στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Καταδικάστηκε ως δοσίλογος και μεταπολεμικά προτίμησε να εγκατασταθεί μόνιμα στη Γερμανία.

Ένας άλλος, ο Δανιήλ Καραμανλής, που έγινε καλόγερος στο Άγιον Όρος καταδικάστηκε ως δοσίλογος και μάλιστα ως βουλγαρόφιλος σε πολυετή φυλάκιση.

Ο παππούς του υπουργού Οικονομικών Γιώργου Παπακωνσταντίνου, που υπέγραψε το μνημόνιο και έτσι μας υποχρέωσε να αποποιηθούμε την εθνική μας κυριαρχία το 2010, είχε δημιουργήσει το περίφημο εργοστάσιο ηλεκτρικής ενέργειας στην Πτολεμαΐδα, χάρις σε μια υπογραφή του Τσολάκογλου.

Για τον θείο του, τον πολιτικό Μιχάλη Παπακωνσταντίνου, που υπηρέτησε ως διερμηνέας των Γερμανών στην Κοζάνη, έχει γίνει εκτενής λόγος στο παρελθόν.

Ένας στενός συγγενής του τελευταίου, ο Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου, την ίδια εποχή καταδικάστηκε ως πράκτορας της Γκεστάπο στη Θεσσαλονίκη.

Ο γενάρχης της οικογένειας Μεϊμαράκη στο Ηράκλειο, ο πολιτικός Βασίλειος Μεϊμαράκης, δεν είχε διστάσει να καταγγείλει με αποτροπιασμό τις «ωμότητες» των συμπατριωτών του κατά των Γερμανών αλεξιπτωτιστών στη Μάχη της Κρήτης, ενώ δήλωνε ότι τασσόταν στο πλευρό της κυβέρνησης Τσολάκογλου («Ελεύθερον Βήμα» 5.6.1941). Άλλα μέλη της οικογένειας Μεϊμαράκη διαδραμάτισαν επιλήψιμο ρόλο κατά τη διάρκεια της Κατοχής στην Κρήτη.

Ο παππούς του σημερινού υπουργού Επικρατείας και βουλευτή της Ν.Δ. Σίμου Κεδίκογλου, βεβαίως και του συνώνυμου βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, συνεργάστηκε στην Κατοχή με τους Γερμανούς ως διερμηνέας τους.

Παππούς του σημερινού ευρωβουλευτή της «Δράσης» Θεόδωρου Σκυλακάκη ήταν ο γνωστός απότακτος συνταγματάρχης που στα μέσα της δεκαετίας 1930 ήταν αρχηγός της φασιστικής Οργάνωσης Εθνικού Κυριάρχου Κράτους, στη συνέχεια έγινε υπουργός Εσωτερικών του Ιω. Μεταξά και λίγο πριν από τον πόλεμο συμμετείχε σε συνωμοσία γερμανοφίλων για την ανατροπή του καθεστώτος.

Θα μπορούσαν να αναφερθούν και αρκετά άλλα ονόματα επιγόνων, που ανεξάρτητα από τη σημερινή κομματική τοποθέτησή τους, σεμνύνονται για τις οικογενειακές καταβολές τους σε σχέση με την κατοχική περίοδο 1941-44. Κάποιοι πιο εξειδικευμένοι από τον γράφοντα θα μπορούσαν επιτυχώς να αναπτύξουν το ψυχοκοινωνικό πλαίσιο αυτών των συσχετισμών.

Θα θυμούνται οι αναγνώστες ότι πριν λίγα χρόνια έγινε ένα θορυβώδες γαμήλιο πάρτι στο ιστορικό θωρηκτό μας «Αβέρωφ». Η κοινή γνώμη εξερράγη από την έλλειψη σεβασμού στη σύγχρονη ιστορία. Ασφαλώς όμως θα ήταν πολύ πιο εξοργισμένη αν γνώριζε ότι ο γαμπρός ήταν εγγονός του Φιλήμονα Πατίτσα, που επί Κατοχής αρθρογραφούσε υπέρ των Γερμανών και ταυτόχρονα ανέλαβε πολιτικά αξιώματα.

Κατοχικά δάνεια

Έχοντας ασχοληθεί πολλά χρόνια με την ιστορική έρευνα για την περίοδο της Κατοχής, προ διετίας έδωσα στη δημοσιότητα το βιβλίο «Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια» (Εκδόσεις Ερωδιός), όπου με πληθώρα ανέκδοτων στοιχείων παρουσιάζεται τεκμηριωμένα η πραγματική υπόσταση του γερμανικού χρέους προς την Ελλάδα. Πρόκειται για ένα συνολικό ποσόν που σήμερα υπερβαίνει τα 500 δισεκατομμύρια ευρώ, χωρίς να γίνεται κανένας συνυπολογισμός άλλων εθνικών απαιτήσεων, όπως πολεμικές αποζημιώσεις και επανορθώσεις. Το θέμα το έχω αναλύσει επανειλημμένα σε πληθώρα δημοσιευμάτων μου, πέραν του εν προκειμένω βιβλίου μου, και υπάρχει ακόμη καιρός για να ικανοποιηθεί η Ελλάδα.

Από το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου καμία ελληνική κυβέρνηση και κανένα πολιτικό κόμμα δεν ενδιαφέρθηκε ουσιαστικά για να εξοφληθεί αυτό το αδιαμφισβήτητο χρέος του γερμανικού κράτους. Λυπούμαι πολύ γι’ αυτό – λυπούμαι ως ένας απλός πολίτης για το κράτος του που δεν είναι σε θέση να αξιώσει μια ξεκάθαρη εθνική απαίτηση, ως απόρροια της ανικανότητας των πολιτικών ηγετών του.

Τα κατοχικά δάνεια αντιπροσωπεύουν το τίμημα της ασύλληπτης λεηλασίας του εθνικού μας πλούτου κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Με απίθανη μεθοδικότητα καταστρώθηκε ένα συγκεκριμένο σχέδιο άλωσης της ελληνικής οικονομίας και οι κατακτητές επέτυχαν ανέμποδιστα να συλλέξουν και να απομυζήσουν τα πάντα, ιδίως τη γεωργική παραγωγή και κάθε πλουτοπαραγωγική πηγή, αφού πρώτα καταλήστευσαν στο σύνολό της την εθνική οικονομία. Ήδη από τις πρώτες μέρες της Κατοχής είχαν εισρεύσει στην Αθήνα ειδικοί εμπειρογνώμονες και οργάνωσαν το σχέδιό τους, με την πρόθυμη σύμπραξη εντοπίων παραγόντων. Με επικεφαλής τη διαβόητη και από τα πρόσφατα χρόνια γερμανική εταιρία Rheinmetall, αλλοτριώθηκε στο σύνολό του το ελληνικό υπέδαφος, ενώ γερμανικές και ιταλικές μεγάλες εταιρίες έσπευσαν να θέσουν υπό ασφυκτικό έλεγχο τις ελληνικές μεταλλευτικές εταιρίες. Όλα αυτά πάντοτε με τη συνεργασία «προθύμων» Ελλήνων κεφαλαιούχων και επιστημόνων.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι την οργάνωση της οικονομικής λεηλασίας ανέλαβαν οι ειδικοί των κατακτητών, όπως ο Καρλ Κλόντιους και ο Χέρμαν Νοϊμπάχερ. Τα μοιραία αυτά πρόσωπα έχουν πάμπολλες ομοιότητες με τον Χορστ Ράιχενμπαχ, τον Φούχτελ, τον Τόμσεν και τους συναφείς. Όσο ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου εντοπίσθηκε να είναι ο εγγονός εκείνου που έλαβε το «προνόμιο» της Πτολεμαΐδας από τον Τσολάκογλου, άλλο τόσο ίσως ένας σύγχρονος ακέραιος Γερμανός ιστορικός καταφέρει να αποκαλύψει την πατρογονική προϊστορία των αλλοδαπών κυριάρχων μας επί ναζισμού.

Επί του παρόντος έχει αποκαλυφθεί ο ρόλος ενός Γερμανού αρχικατασκόπου, που έδρασε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1940 με έδρα την Αθήνα και τομέα ευθύνης τη Μέση Ανατολή. Επρόκειτο για τον Ρολφ Μέρκελ, που εμφανιζόταν ως στέλεχος της εταιρίας Ζήμενς-Τελεφούνκεν και η δραστηριότητά του τερματίστηκε ύστερα από απαίτηση του τότε υπουργού Ασφαλείας Κ. Μανιαδάκη και με συνδρομή του επίσημου εκπροσώπου του συγκροτήματος Ιω. Βουλπιώτη. Η συμπαθής αρχικαγκελάριος του Βερολίνου, καίτοι προκληθείσα, δεν μας έχει διευκρινίσει αν πράγματι ο παλαιός εκείνος κατάσκοπος ήταν ο αδελφός του πεθερού της…

Βέβαια έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να διαπιστώσουμε ότι, όπως σήμερα, ανάλογη προπαγάνδα χρησιμοποιήθηκε και από τα κατοχικά παπαγαλάκια για να πεισθεί η κοινή γνώμη στην κατεχόμενη Ελλάδα ότι οι Έλληνες είναι ανοργάνωτοι και διεφθαρμένοι, ιδιαίτερα ως προς τα δημοσιονομικά τους. Μπορεί να μην υπήρχε το κίνημα «Δεν Πληρώνω» και άλλες συνειδητές ακτιβίστικες δράσεις, αλλά οι αθηναϊκές εφημερίδες ασκούσαν μια παρόμοια με τα σημερινά μνημονιακά ΜΜΕ κριτική. Τα θέματα λύνονταν κάπως πιο δυναμικά από τον Φελντκομαντάντ, ο οποίος ελάμβανε αυστηρές αποφάσεις για όσους δεν πλήρωναν τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ή του ύδατος, αλλά θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι αναφορικά με τις κατασχέσεις κατοικιών λόγω χρεών το καθεστώς δεν ήταν εντελώς ανεξέλεγκτο, καθώς το Γερμανικό Φρουραρχείο ήθελε να ενημερώνεται προηγουμένως!

Ο Γερμανός οικονομολόγος και διπλωμάτης Καρλ Κλόντιους, που ήρθε επανειλημμένα κατά τη διάρκεια της Κατοχής στην Ελλάδα, λειτουργώντας στη χώρα μας ως οικονομικός γκαουλάιτερ, είναι εκείνος που, αφού μελέτησε σχολαστικά τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας, οργάνωσε τη λεηλασία της μέχρι τελευταίας ικμάδας της. Κατά μεγάλο μέρος σ’ εκείνον οφείλεται και η μεγάλη πείνα που έζησε ο ελληνικός λαός.

Ως ιστορική λεπτομέρεια θα αναφέρω ότι ο Κλόντιους, που προς τα τέλη του πολέμου είχε χαρακτηρισθεί από τους Συμμάχους ως εγκληματίας πολέμου, συνελήφθη από τα ρωσικά στρατεύματα στη Ρουμανία και όλως απροόπτως μεταστράφηκε από τον ναζισμό στον κομμουνισμό. Ως έμπιστος του Στάλιν πλέον στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια εμφανίστηκε στο Βελιγράδι επικεφαλής σοβιετικής οικονομικής αποστολής, έχοντας ως κύριο μέλημά του μεταξύ άλλων τη χρηματοδότηση του …Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας!

Διαχρονικές συμπεριφορές

Δυστυχώς στα διάφορα επίπεδα της δημόσιας ζωής σημειώθηκαν εκείνη την εποχή παραφωνίες σε σχέση με το κοινό αίσθημα. Όταν γίνονται αναφορές και συσχετισμοί συγκεκριμένων προσώπων και συγκεκριμένων συμπεριφορών, με αναγωγή στην κατοχική περίοδο 1941-44, συχνά ακούγεται και ένας επιεικής λόγος για κάθε υπόλογο ή ένοχο. Μερικές φορές όμως η «συνωμοσιολογία» είναι κατώτερη της πραγματικότητας και εγκυμονεί ο κίνδυνος της γενικής απαξίωσης.
Πόσοι είναι εκείνοι που υπηρέτησαν εθελοντικά τους κατακτητές, ενώ εγκαίρως μεταστράφηκαν και μεταπήδησαν σε πολιτικούς χώρους, ιδίως σε χώρους «της μόδας», όπως ήταν η Αριστερά στο τέλος της Κατοχής; Πόσες χιλιάδες Έλληνες μετανάστευσαν στο Ράιχ με τη θέλησή τους; Πόσοι κερδοσκόπησαν ως προμηθευτές των κατακτητών ή επιδόθηκαν σε μαυραγορίτικες δουλειές; Ποτέ δεν θα δοθεί μια σαφής απάντηση, διότι αυτά όλα είναι φαινόμενο της μικρής ιστορίας, της λεπτομέρειας. Με την ίδια ακριβώς λογική, δεν θα δικαιωθούν ποτέ όσοι προτίμησαν να πεινάσουν και να υποφέρουν για να μην προστρέξουν στον κατακτητή και επωφεληθούν απ’ αυτόν.

Στην Κατοχή η τάξη των πολιτικών μηχανικών και εργοληπτών υπήρξε διχασμένη. Υπήρχαν πολλοί που αναζητούσαν μια καλή ευκαιρία για να αποκομίσουν οφέλη από την εκτέλεση τεχνικών έργων που απαιτούσε ο κατακτητής για να θωρακίσει τη στρατιωτική άμυνά του, αλλά υπήρχαν και άλλοι που συνειδητά αρνήθηκαν. Οι μεν πρώτοι θησαύρισαν, οι δε δεύτεροι απλώς πείνασαν.

Κάτι ανάλογο έγινε και με τους δημοσιογράφους εκείνης της εποχής. Κάποιοι προτίμησαν να εργασθούν ως «παπαγαλάκια» και κάποιοι άλλοι επέλεξαν την έντιμη πενία, κατεβάζοντας την πέννα τους. Τη θλιβερή ιστορία του Συγκροτήματος Λαμπράκη, που συνειδητά συνεταιρίστηκε με τη βερολινέζικη εταιρία «Mundus» (που ανήκε κατά 50% στο γερμανικό υπουργείο Προπαγάνδας του Γκαίμπελς και κατά 50% στο υπουργείο Εξωτερικών του Ρίμπεντροπ), δεν την ακολούθησαν όλοι οι άλλοι εκδότες, κάποιοι εκ των οποίων πήραν την ηρωική απόφαση να διακόψουν την έκδοση των εφημερίδων τους. Την ακολούθησε όμως ο Όθων Πικραμμένος (ο πατέρας του υπηρεσιακού πρωθυπουργού που διεξήγαγε τις τελευταίες εκλογές), την ακολούθησε ο μέγας τότε χαρτέμπορος Πετσόπουλος, την ακολούθησαν οι κορυφαίοι βιβλιοπώλες Ελευθερουδάκης και Κάουφμαν. Και αρκετοί άλλοι και άλλοι. Στο ίδιο πνεύμα προπαγάνδισαν τη συνεργασία με τον κατακτητή, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επώνυμοι εκφραστές της κοινής γνώμης, όπως ο Σπύρος Μελάς, ο Παύλος Παλαιολόγος, ο Αλέκος Σακελλάριος κ.ά.

Το ίδιο συνέβη και στη μουσική, στις τέχνες, ακόμη και στη γλυπτική, όταν ένας νεαρός τότε καλλιτέχνης φιλοτέχνησε την προτομή του …Χίτλερ!

Το κυνήγι του χρυσού

Η αναζήτηση του πλούτου δεν ήταν απαραιτήτως το άπαν για τους συνεργάτες του κατακτητή, είτε με κουκούλες είτε χωρίς. Κάποιοι αποσκοπούσαν στην ικανοποίηση φιλοδοξιών, στην κατάληψη θέσεων και αξιωμάτων. Αλλά το χρυσάφι ήταν οπωσδήποτε το επίκεντρο – απαρασάλευτος κανόνας, απλώς με εξαιρέσεις. Ακόμα και στον χώρο της εκκλησίας παρατηρήθηκαν τέτοια φαινόμενα. Το σκάνδαλο του Βατοπεδίου, που στα τελευταία χρόνια συγκλόνισε τη χώρα, έχει προϊστορία από τα χρόνια της Κατοχής – και ακόμη πιο πίσω. Χαριστικές ρυθμίσεις υπέρ της Μονής Βατοπεδίου είδαν το φως στο ΦΕΚ των κατοχικών κυβερνήσεων, ενώ τα ακίνητά της στη Θεσσαλονίκη, όπως και άλλων μοναστηριών του Αγίου Όρους, αξιοποιήθηκαν διαρκούσης της Κατοχής. Η αθωνική πολιτεία έχει ένα επιλήψιμο παρελθόν στα χρόνια εκείνα.

Όταν εισέβαλαν οι Γερμανοί τον Απρίλιο του 1941, το γερμανικό υπουργείο Πολιτισμού του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ είχε οργανώσει μια ιδιαίτερη και απόρρητη αποστολή. Επιφανειακά επιζητούσε να καταγράψει την πολιτιστική κληρονομιά της Ορθοδοξίας που περικλειόταν στο Άγιον Όρος. Μια πολυάριθμη αποστολή υπό έναν διαπρεπή Γερμανό βυζαντινόλογο, τον καθηγητή Νταίλγκερ (ο οποίος μάλιστα εξελέγη ξένος εταίρος της Ακαδημίας Αθηνών), και με τη συνεργασία δύο Ελλήνων, του μετέπειτα καθηγητή Θεολογίας Μάρκου Σιώτη και του πρώτου Έλληνα ιδρυτή ραδιοφωνικού σταθμού Τσιγγιρίδη, ασχολήθηκε με τους πνευματικούς θησαυρούς του Αγίου Όρους. Ό,τι περίπου έκανε πολλές δεκαετίες αργότερα το Ίδρυμα Λαμπράκη (με …διοικητή του Αγίου Όρους τον Σταύρο Ψυχάρη). Μόνο που τότε οι Γερμανοί αναζητούσαν κάτι πολύ περισσότερο: Το μυθικό Άγιο Δισκοπότηρο! Οι αποκρυφιστές της χιτλερικής Γερμανίας θεωρούσαν ότι αν το εντόπιζαν, όπως και τη λόγχη του Λογγίνου, θα κυριαρχούσαν στον δυτικό κόσμο.

Αλλά δεν συνέβησαν μόνον αυτά στο Άγιον Όρος. Πολλοί αγιορείτες μοναχοί, ελάχιστοι όμως ελληνικής καταγωγής, κατά διάφορους τρόπους συνεργάστηκαν με τους κατακτητές. Μεταπολεμικά κάποιοι εξ αυτών καταδικάστηκαν για δοσιλογισμό, ενώ κάποιοι άλλοι φυγαδεύτηκαν από τους …Βρετανούς. Ο φημισμένος Άγιος Σωφρόνιος δεν θα είχε αναδειχθεί, αν μεταπολεμικά δεν του παρεχόταν κατάλληλο άσυλο πρώτα στη Γαλλία και έπειτα στην Αγγλία, ύστερα από ενέργειες του δαιμόνιου ρασοφόρου Ντέιβιντ Μπάλφουρ, του γνωστού μας εφημερίου στο εκκλησάκι του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός». Αποσχηματισμένος πλέον ο Μπάλφουρ και υπηρετώντας ως γραμματέας της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα, αμέσως μετά την Απελευθέρωση, ενήργησε κατάλληλα για την αεροπορική απομάκρυνση του αγιορείτη Σωφρονίου (Σαχάρωφ) έξω από την Ελλάδα. Κάτι ανάλογο συνέβη και με άλλους αγιορείτες μοναχούς, που ήδη είχαν καταδικασθεί ως δοσίλογοι από την ελληνική δικαιοσύνη.

Ο αέναος δοσιλογισμός

Σε όσους θα είχαν γερά νεύρα για να εμβαθύνουν στο φαινόμενο του δοσιλογισμού της περιόδου 1941-44, θα συνιστούσα να φανούν επιεικείς στους ελάχιστους ιδεολόγους που μπορεί και να τυφλώθηκαν, παραγνωρίζοντας το εθνικό συμφέρον εις όφελος μιας όψιμης συνεργασίας με τον κατακτητή. Και τότε, όπως και σήμερα που συναντούμε στην καθημερινή ζωή μας κάποιους ελάχιστους φανατικούς μνημονιακούς που με παραδειγματική ευκολία κακίζουν τη δήθεν στρεβλή νοοτροπία των συμπατριωτών μας ως απόρροια της εν γένει κακοδαιμονίας μας, υπήρχαν σποραδικές και πάντως σπανιότατες φωνές υμνητών του κατακτητή, που «ήρθε να μας βάλει σε τάξη»!

Χωριστά από τις προπολεμικές φασιστικές κινήσεις που εμφανίστηκαν, με την έναρξη της Κατοχής είχαμε τη δραστηριοποίηση κάποιων συγκεκριμένων. Οι κυριότερες ήταν τρεις: η ΕΣΠΟ, το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα και τα ΕΕΕ.

Η πρώτη, της οποίας ο ακριβής τίτλος ήταν «Ελληνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωση», δημιουργήθηκε τις πρώτες μέρες που έφτασαν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Ιδρυτές της ήταν δύο γιατροί, ο Γεώργιος Βλαβιανός και ο Γεράσιμος Πατρονικόλας (σύζυγος της αδελφής του Ωνάση και πατέρας της Μαριλένας) και μερικοί άλλοι γερμανόφιλοι. Στην οργάνωση έλαβαν μέρος αρκετοί άλλοι με παρόμοιες αντιλήψεις, μεταξύ των οποίων και ο αντισιωνιστής συγγραφέας Αριστείδης Ανδρόνικος, επίσης γιατρός, ενώ το 1948 μια παράδοξη απόφαση του Αρείου Πάγου την χαρακτηρίζει ως «πατριωτική» οργάνωση. Συμμετείχαν επίσης κάποιοι άλλοι επιστήμονες, επαγγελματίες, δημοσιογράφοι, ακόμα και λογοτέχνες.

Λιγότερο εύρος είχε το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος υπό τον Γεώργιο Μερκούρη, ο οποίος το είχε ιδρύσει μερικά χρόνια πριν από τον πόλεμο, αλλά το είχε απαγορεύσει η δικτατορία Μεταξά. Το επανίδρυσε μαζί με κάποιους άλλους παράγοντες, μεταξύ των οποίων και ο άλλοτε βουλευτής του ΚΚΕ Μιχ. Τυρίμος, μόλις μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα και ο ίδιος, αφού απέτυχε να γίνει από τον Τσολάκογλου υπουργός του, αρκέστηκε να αναλάβει τη διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας. Κόρη του αδελφού του ήταν η ηθοποιός και υπουργός Πολιτισμού του ΠΑΣΟΚ Μελίνα Μερκούρη, της οποίας η πολιτεία επί Κατοχής είναι άλλο ζήτημα. Το βέβαιο είναι ότι τουλάχιστον σε μια περίπτωση (κατά τη γραπτή μαρτυρία επώνυμου προσώπου), στα μπαρ με Γερμανούς αξιωματικούς και ελεεινούς μαυραγορίτες, «κάρφωσε» νεαρούς αντιστασιακούς με την προτροπή: «Πιάστε τους!»

Τέλος, μια άλλη πολιτική οργάνωση που συνεργάστηκε με τους Γερμανούς ήταν τα ΕΕΕ. Η προϊστορία της ανάγεται στα τέλη της δεκαετίας 1920, όταν με έδρα τη Θεσσαλονίκη έδρασε ως φιλοφασιστική κίνηση με έντονες αντισημιτικές θέσεις, αφού στη δράση της άλλωστε αποδίδεται ο εμπρησμός του εβραϊκού συνοικισμού Κάμπελ. Την αποτελούσαν τότε κυρίως γηγενείς Μακεδόνες βενιζελικής προέλευσης και σε κάποιες περιόδους τελούσε υπό τον έλεγχο γνωστών πολιτικών προσώπων, όπως ο Μίκης Μελάς, ο Φίλιππος Δραγούμης, ο Στυλιανός Γονατάς ή ο στρατηγός Θεόδωρος Μανέττας. Κατά την Κατοχή επανιδρύθηκε και την αρχηγία της ανέλαβε ο δικηγόρος Κων. Γούλας, που μετέφερε την έδρα της στην Αθήνα. Στην τελευταία κατοχική χρονιά (1944) προσπάθησε να συγκεντρώσει όλους τους γερμανόφιλους και είχε ως δημοσιογραφικό όργανο την εφημερίδα «Ακρόπολις», φυσικά χωρίς απήχηση. Τελικά, όταν άρχισε η αποχώρηση των Γερμανών, τα κυριότερα στελέχη της κατέφυγαν στη Βιέννη, όπου από αυτοεξόριστους Έλληνες χιτλερικούς σχηματίστηκε η κυβέρνηση Τσιρονίκου.

Στη Βιέννη βρέθηκαν τότε περί τις 2.000 αυτοεξόριστοι ελληνικής υπηκοότητας, καθώς και 700 ένστολοι που αποτελούσαν τη στρατιωτική μονάδα του συνταγματάρχη Γεωργ. Πούλου. Κάποιοι απ’ αυτούς θα επανακάμψουν στην Ελλάδα μετά την κατάρρευση του Τρίτου Ράιχ και ελάχιστοι θα αντιμετωπίσουν τη δικαιοσύνη, ενώ ορισμένοι θα καταλάβουν θέσεις στον κρατικό μηχανισμό, ακόμα και ως πανεπιστημιακοί καθηγητές.

Η δίωξη των πολιτικών δοσιλόγων στη μεταπελευθερωτική Ελλάδα υπήρξε υποτονική, αν και έγιναν ακόμα και θανατικές εκτελέσεις. Το γεγονός ότι η χώρα βρέθηκε σε εμφυλιοπολεμικό κλίμα άμβλυνε τα αντανακλαστικά της κοινωνίας. Εκεί όμως που σταδιακά εκμηδενίστηκαν οι όποιες επιπτώσεις από τη συνεργασία με τον κατακτητή ήταν στο θέμα των οικονομικών δοσιλόγων. Αυτό σήμαινε ότι όσοι απέκτησαν θησαυρούς στη διάρκεια μιας ξενικής κατοχής, μπορούσαν τώρα να τους γεύονται ελεύθερα, αν εξαιρέσουμε μια φορολογία που επιβλήθηκε στους «παρανόμως πλουτίσαντες». Με βάση περιουσίες, που με τέτοιο τρόπο αποκτήθηκαν, ανδρώθηκαν μεγάλες επιχειρήσεις και οικονομικά συγκροτήματα που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη μεταπολεμική Ελλάδα, εκ των πραγμάτων διαγράφοντας κάθε στιγματική αναφορά από το ένοχο παρελθόν. Και ως ευνόητη προέκταση, οικονομικώς πανίσχυρα τέτοια πρόσωπα (ή οι κληρονόμοι τους) βρέθηκαν στο επίκεντρο των εξελίξεων, άσκησαν παντοειδή επιρροή, έγιναν …ευεργέτες ή φιλοδόξησαν να έχουν ρόλο στην πολιτική.

ΠΗΓΗ

 

ΑΥΤΟΙ ΗΤΑΝ ΟΙ 163 ΜΕΓΑΛΟΔΟΣΙΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Tου Δημοσθένη Κούκουνα

Παρουσιάζουμε εδώ τους 163 οικονομικούς μεγαλοδοσιλόγους, οι οποίοι κερδοσκόπησαν και πλούτισαν επί Κατοχής. Δεν είναι απαραιτήτως όλοι αυτοί μαυραγορίτες. Είναι όμως όλοι τους εκείνοι που δεν δίστασαν να συναλλαγούν με τις Αρχές Κατοχής, αναλαμβάνοντας προμήθειες ή κατασκευές για λογαριασμό τους.

Παρά το γεγονός ότι δεν έχει αφαιρεθεί ούτε ένα όνομα, ο κατάλογος αυτός δεν είναι πλήρης. Τον δημοσιεύουμε λοιπόν μάλλον ενδεικτικά, ώστε να ανιχνεύσουμε κάποια γνωστά ονόματα που απέκτησαν την τεράστια περιουσία τους, ελισσόμενοι επί Κατοχής και εκμεταλλευόμενοι τις περιστάσεις. Την ώρα που άλλοι συνάδελφοί τους πεινούσαν και δυστυχούσαν, που κυριολεκτικά δεν είχαν να θρέψουν την οικογένειά τους, που δεν μπορούσαν να διατηρήσουν τις επιχειρήσεις τους ή για λόγους αρχής δεν δέχονταν να ασκήσουν το επάγγελμά τους υπό τις συνθήκες αυτές, οι άνθρωποι αυτοί έσπευσαν με περισσή προθυμία να υπηρετήσουν τον κατακτητή ως νεροκουβαλητές.

Εμπορεύθηκαν τη δυστυχία του λαού μας εκείνη την κρίσιμη ώρα. Κατά βάθος δεν είναι οι «έξυπνοι» που κατόρθωσαν να επιπλεύσουν. Είναι οι άτιμοι και οι ανέντιμοι που σε ώρα εσχάτης δυστυχίας δεν αδιαφόρησαν μόνο για τον διπλανό τους που έψαχνε στα σκουπίδια για μια μπουκιά, αλλά του αφαίρεσαν από το λιπόσαρκο σαρκίο του τις ελάχιστες ρανίδες αίματος που του είχαν απομείνει.

Δεν είναι σχήμα εντυπωσιασμού. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι στη χρονική εκείνη φάση καταστροφής και διάλυσης, ο κατακτητής ανέθετε σε κάποιους εκλεκτούς του τις προμήθειες ειδών που χρειαζόταν και τις κατασκευές οχυρωματικών και άλλων έργων που θεωρούσε απαραίτητες. Όταν μιλάμε για προμήθειες ειδών, εννοούμε όλο το φάσμα παραγωγής, διότι ο κατακτητής (επικαλούμενος μάλιστα και το διεθνές δίκαιο) έπρεπε να τραφεί και να ξενισθεί στον κατακτημένο τόπο. Η επιμελητεία των Αρχών Κατοχής θεωρούσε τα τιμολόγια των προμηθευτών (κατά κανόνα υπερτιμολογημένα) και τα υπέγραφε, ώστε να τα προσκομίζει προς εξόφληση στην Τράπεζα της Ελλάδος. Έτσι συνέβαινε ο πληθωρισμός να διογκούται και το χρήμα να χάνει ακόμη περισσότερο την αξία του.

Κάνουμε μια απλοϊκή περιγραφή της διαδικασίας, η οποία όμως δεν ήταν πάντα έτσι ιδανική.

Είναι γνωστή η περίπτωση μεγαλοβιομηχάνου επίπλων, ο οποίος… επέτυχε να διαφθείρει τους συνήθως άτεγκτους σε τέτοια θέματα Γερμανούς αξιωματικούς της επιμελητείας και μοιραζόμενος μαζί τους τα δυσθεόρατα κέρδη που τόσο ακόπως αποκόμιζε, προμήθευε με έπιπλα για την καθημερινή τους διαβίωση τους Γερμανούς. Π.χ. ερχόταν με μετάθεση στην Ελλάδα ένας αξιωματικός και, με μέριμνα της επιμελητείας, επιτασσόταν το δωμάτιο ενός καλού αστικού σπιτιού και του το παραχωρούσαν για να κατοικεί. Οι «μιλημένοι» της επιμελητείας πήγαιναν πριν για να το επιθεωρήσουν και διαπίστωναν ότι χρειαζόταν καινούργιο κρεβάτι, καινούργιο σαλόνι, καινούργιο γραφείο κ.ο.κ. Στη συνέχεια απευθύνονταν στον Έλληνα επιπλοβιομήχανο και έκαναν την παραγγελία τους για άμεση εκτέλεση. Ακολουθούσε η προσκόμιση του τιμολογίου, το οποίο το προωθούσαν στην Τράπεζα της Ελλάδος για είσπραξη και χωρίς καθυστέρηση εκείνη εξοφλούσε τον λογαριασμό του προμηθευτή.

Αλλά τα έπιπλα της κατάστασης δεν παραδίδονταν παρά μόνο στα χαρτιά, αφού άλλωστε τα έπιπλα της ελληνικής οικογενείας που είχε διαταχθεί να παραχωρήσει το επιταγμένο δωμάτιο ήταν σε καλή κατάσταση. Αυτό γινόταν συστηματικά και έτσι συνέρρεε στα ταμεία του Έλληνα προμηθευτή πλούτος και πάλι πλούτος. Αλλά πλούτος αθέμιτος, ούτως ή άλλως. Οι Γερμανοί «συνεταίροι» έπαιρναν τη μίζα τους και όλα κυλούσαν ομαλά, με μόνιμο χαμένο την Τράπεζα της Ελλάδος που όλο και πλήρωνε. Μέχρι που κάποια στιγμή η ειδική υπηρεσία «εσωτερικών υποθέσεων» της γερμανικής επιμελητείας εντόπισε την απάτη.

Τόσο οι Γερμανοί όσο και ο Έλληνας «συνεταίρος» τους συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν στο στρατοδικείο. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι ποινές ήταν εξοντωτικές, συνήθως θανατικές, ιδιαίτερα για τους Γερμανούς που ήταν αναμεμιγμένοι. Ειδικά μάλιστα τότε, την εποχή του πολέμου, η χιτλερική Γερμανία είχε εκδώσει έναν ιδιώνυμο νόμο «περί προσβολής της εθνικής τιμής» στο εξωτερικό, δηλ. στις κατεχόμενες χώρες. Όποιος Γερμανός αξιωματικός ή οπλίτης λοιπόν υπέπιπτε σε αδικήματα που διέσυραν τη χώρα του (π.χ. βιασμοί, κλοπές, διαφθορά, απρόκλητες προσωπικές επιθέσεις κλπ.) υφίστατο αυστηρότατες κυρώσεις.

Θα αναρωτηθείτε τη συνέχεια. Ο Έλληνας επιπλοβιομήχανος (πρόκειται περί του Ελ. Σαρίδη) επέζησε. Ύστερα από κάποιων μηνών αγωνία για τη ζωή του, κατάδικος ων πλέον, επέτυχε να μετατραπεί η ποινή του. Για να το κατορθώσει αυτό, πλήρωσε ένα μυθώδες ποσόν σ’ έναν άλλον Έλληνα. Σ’ έναν γερμανομαθή νεαρό τότε Έλληνα δικηγόρο, ο οποίος ως «εξ απορρήτων» του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού είχε καλλιεργήσει ισχυρές φιλίες με τους εδώ Γερμανούς διπλωμάτες και στρατηγούς. Έχοντας τις κατάλληλες συστάσεις στην τσέπη του, ταξίδεψε στο Βερολίνο και κατόρθωσε να γλυτώσει τον πελάτη του. Όχι όμως και τους Γερμανούς «συνεταίρους» του τελευταίου. Ο Έλληνας προμηθευτής θα είχε μεταπολεμικά να διηγείται τις διώξεις που υπέστη από τους Γερμανούς, χωρίς βέβαια να αναφέρει στους αγνοούντες από τους συνομιλητές του περί τίνος επρόκειτο, ενώ ο νεαρός εκείνος δικηγόρος (ο Ιωάννης Γεωργάκης, αργότερα εξ απορρήτων του μεγαλοεφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση) επέπρωτο αργότερα να γίνει μέλος της Ακαδημίας Αθηνών…

Αν κάπως έτσι αντλούσαν τα αμύθητα κέρδη τους οι προμηθευτές των Αρχών Κατοχής, φαντασθείτε τι γινόταν με τους εργολάβους και τους κατασκευαστές τεχνικών έργων. Ας αναλογισθούμε την πρώτη ημέρα της Κατοχής πόσοι δρόμοι, πόσα γεφύρια, πόσα λιμάνια και πόσες εγκαταστάσεις είχαν καταστραφεί. Αλλά και στη συνέχεια πόσες ανάγκες προέκυπταν για τις Κατοχικές Αρχές να ανεγείρουν φυλάκια, διάφορες εγκαταστάσεις, στρατόπεδα, οικήματα, φυλακές, κτίρια, αποθήκες, να ιδρύουν ή να επεκτείνουν αεροδρόμια και λιμάνια, να κατασκευάζουν οχυρωματικά έργα κ.ο.κ. Έτσι άρχισε η «χρυσή εποχή» των διαπλεκομένων κατασκευαστών. Γνωστοί εργολήπτες και πολιτικοί μηχανικοί έσπευσαν να διασυνδεθούν καταλλήλως με αρμόδιους Γερμανούς και Ιταλούς αξιωματικούς για να παίρνουν τις αναθέσεις. Φυσικά δεν συνεργάστηκαν όλοι, πολλοί δεν θέλησαν ούτε καν να εργασθούν σε τέτοια έργα και προτίμησαν να πεινάσουν σε όλη την κατοχική περίοδο, αρνούμενοι να συμπράξουν στα στρατιωτικά έργα του εχθρού.

Όμως πολλά γνωστά ονόματα συνεργάστηκαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένας Έλληνας πολιτικός μηχανικός έφτασε στο σημείο να εφεύρει ένα υποκατάστατο των φορτηγίδων που οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά υλικών στα νησιά. Τα καΐκια και τα άλλα πλοιάρια είχαν λόγω των πολεμικών γεγονότων περιορισθεί αριθμητικά και δεν επαρκούσαν στον κατακτητή για την εξυπηρέτησή τους. Ο ευφάνταστος πολιτικός μηχανικός έδωσε τη λύση, κατασκευάζοντας φορτηγίδες από …μπετόν αρμέ. Στην αρχή ναυαγούσαν συχνά, αλλά εκείνος ο δαιμόνιος συμπατριώτης μας συνεχώς βελτίωνε το κατασκεύασμά του.Και οι Γερμανοί ενθουσιάστηκαν τόσο πολύ που είχαν εξασφαλίσει μια τέτοια καινοτόμο λύση για τις μεταφορές τους, ώστε έστειλαν αντίγραφα της εφεύρεσης στο Βερολίνο και από εκεί σε άλλες παραθαλάσσιες κατεχόμενες χώρες. Εννοείται ότι ο ίδιος θησαύρισε εξωφρενικά, αφού άλλωστε και εδώ το Ελληνικό Δημόσιο πλήρωνε.

Οι πολιτικοί μηχανικοί που είχαν αναλάβει την εκτέλεση τεχνικών και οχυρωματικών έργων από τις αρχές της Κατοχής μέχρι την άνοιξη του 1944 κέρδισαν κυριολεκτικά αμύθητα ποσά. Αν πάτε στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας και ρίξετε μια ματιά, αναζητώντας ποιο είναι το μεγαλύτερο και πολυτελέστερο μαυσωλείο, θα διαπιστώσετε ότι ανήκει σ’ έναν τέτοιον οικονομικό δοσίλογο, που θέλησε να διαιωνίσει την κατοχική αίγλη του ίδιου και της οικογένειάς του, εξασφαλίζοντας μάλιστα στα σκοτεινά εκείνα χρόνια την (παράνομη) άδεια του Δήμου Αθηναίων.

Σχεδόν όλοι οι κατασκευαστές, ύστερα από την άνοιξη του 1944, αν όχι νωρίτερα, χωρίς να πάψουν να παίρνουν αναθέσεις και να συνεχίζουν την είσπραξη των αμύθητων κερδών τους, περνούν σε ένα άλλο στάδιο: σκέπτονται και το αύριο. Αρχίζουν να ενισχύουν οικονομικά διάφορες αντιστασιακές οργανώσεις, να χρηματοδοτούν αντιστασιακά έντυπα, στέλνουν κάποιο από τα παιδιά τους στα βουνά ή ακόμα και στο εξωτερικό για να «συμμετάσχουν στον κατά του εχθρού πόλεμο», ή επιτυγχάνουν να διασυνδεθούν με πράκτορες των συμμαχικών υπηρεσιών, στους οποίους παραδίδουν τα τοπογραφικά των έργων που εκτελούν και σωρεία άλλων χρήσιμων πληροφοριών που υποπίπτουν στην αντίληψή τους περί οχυρώσεων, νηοπομπών, ελλιμενισμών κλπ. Πολλές φορές τα χρήσιμα στοιχεία που διοχετεύονται στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής καταλήγουν στον βομβαρδισμό των υπό εκτέλεση έργων. Αυτό δεν είναι άσχημο, διότι έτσι παίρνουν νέα ανάθεση να ξαναρχίσουν από την αρχή, οπότε αυξάνεται ο τζίρος.

Με όλη αυτή τη διαδικασία, πολλοί από τους κατασκευαστές, που παραπέμφθηκαν μεταπολεμικά να δικαστούν για δοσιλογισμό στην Ελληνική Δικαιοσύνη, έφεραν ως μάρτυρες υπεράσπισης Βρετανούς αξιωματικούς ή αξιόπιστους αντιστασιακούς, οι οποίοι φυσικά κατέθεσαν ότι οι κατηγορούμενοι συνέβαλαν στη …συμμαχική νίκη. Ευνόητο είναι ότι σχεδόν όλοι αθωώθηκαν και οι θησαυροί θησαυροί. Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση ήταν των μετόχων μιας τεχνικής εταιρίας, γνωστών ονομάτων της αθηναϊκής κοινωνίας (ο αδελφός του ενός υπήρξε μάλιστα επί πολλά χρόνια βουλευτής και υπουργός), οι οποίοι όχι μόνο δεν καταδικάστηκαν, αλλά και …παρασημοφορήθηκαν! Φυσικά στα μεταπολεμικά χρόνια διατήρησαν όλη τους την αίγλη και συνέχισαν οι ίδιοι, και σήμερα οι κληρονόμοι τους, να παίρνουν μεγάλα δημόσια έργα με προϋπολογισμούς που καλύπτονταν από τις αμερικανικές βοήθειες.

Κάπως έτσι έχει γραφεί η ιστορία των οικονομικών δοσιλόγων. Και αν τελικά δεν τα κατάφεραν να γλυτώσουν τις καταδίκες και τις τιμωρίες, επανήλθαν λαύροι και στελέχωσαν τη νεώτερη μεγαλοαστική τάξη.

Μέσα στα ονόματα του καταλόγου που δημοσιεύεται, θα παρατηρήσει κανείς ανθρώπους που μεταπολεμικά συνέχισαν την πληθωρική παρουσία τους στην ελληνική οικονομία, ορισμένοι μάλιστα έγιναν οι στυλοβάτες της μεταπολεμικής ελληνικής οικονομίας. Έως και σήμερα διατήρησαν τον πλούτο αυτόν, τον επαύξησαν και κάποιοι μάλιστα έγιναν τιμητές και με το χρήμα τους απέκτησαν φωτοστέφανα. Κάποιων άλλων τα παιδιά και τα εγγόνια συνεχίζουν να δρέπουν δάφνες στην οικονομική ζωή του τόπου ως μεγαλομεγιστάνες, στηριζόμενοι στον πλούτο που με τέτοιο τρόπο συνελέγη.

Θα εκπλαγεί κανείς διαπιστώνοντας ότι μέσα στον κατάλογο αυτόν δεν λείπουν εβραϊκά ονόματα. Το θέμα όμως δεν μας είναι άγνωστο. Πράγματι Έλληνες Εβραίοι υπήρξαν αρκετοί που συνεργάστηκαν οικονομικά με τον κατακτητή, αλλά και πολιτικά!

Μεταπολεμικά η Ελληνική Πολιτεία, αν και τιμώρησε τους οικονομικούς δοσιλόγους, δεν εξάντλησε την αυστηρότητά της ώστε να τους απομονώσει. Ούτε και η κοινωνία τους απολάκτισε. Αντίθετα, οι αρχές τους αντιμετώπισαν συχνά ευνοϊκά, σεβόμενες προφανώς την ογκώδη οικονομική επιφάνεια που είχαν στο σκότος και σε βάρος του λιμώττοντος λαού αποκτήσει.

Και όταν κάποτε ο οικονομικός δοσιλογισμός ξεχάστηκε, τα ίδια πρόσωπα, δηλ. πολλά απ’ αυτά, επανέκαμψαν με ζήλο στην επιχειρηματική δράση. Απαίτησαν προνόμια και τα έλαβαν. Με τα ισχυρά κεφάλαια, κεφάλαια που είχαν αποκτηθεί με κατοχικό «ιδρώτα» και υπό καθεστώς άκρατου αμοραλισμού, επένδυσαν σε μονοπωλιακά ή ολιγοπωλιακά είδη και τα πολλαπλασίασαν. Έγιναν οι Ηρακλείς της ελληνικής οικονομίας. Και σήμερα ακόμη, ύστερα από εξήντα χρόνια και παρά τις ζημίες και απώλειες σε περιόδους κρίσεων, υπάρχουν Έλληνες μεγιστάνες στηριζόμενοι στα κεφάλαια που συγκεντρώθηκαν χάρη στην οικονομική συνεργασία με τον εχθρό.

Θα αποφύγουμε τον πειρασμό να επιμείνουμε σε συγκεκριμένα ονόματα, αν και όποιος ενδιαφέρεται μπορεί μόνος του να κάνει συσχετισμούς. Θα βρει μεγιστάνες που επί δεκαετίες πρωταγωνίστησαν στην οικονομική ζωή του τόπου. Θα βρει μεγαλοεπιχειρηματίες που προχώρησαν σε ποικίλες άλλες δραστηριότητες και κατέστησαν ταγοί της κοινωνίας μας, καθώς ανυποψίαστη η κοινή γνώμη είχε λησμονήσει την προέλευση των χρημάτων τους. Άλλους που χρηματοδότησαν μεγάλα ονόματα της πολιτικής ή άλλους που αναμίχθηκαν οι ίδιοι στην πολιτική για να γίνουν οι ίδιοι ή οι γόνοι τους υπουργοί και διαπρεπείς προσωπικότητες, χωρίς κανείς να φαντάζεται ότι με την εύνοια του κατακτητή απέκτησαν το παντοδύναμο χρήμα. Ορισμένους μάλιστα που δεν δίστασαν να διαθέσουν ψιχία (αναλογικά) από την περιουσία τους, τέτοιας πραγματικής αξίας όμως ώστε να τους απονεμηθεί μέχρι και ο τίτλος του εθνικού ευεργέτη! Και άλλοι, και άλλοι.

Εκτός από τους αναφερόμενους οικονομικούς δοσιλόγους, υπάρχουν και άλλες παρεμφερείς κατηγορίες, όπως οι κατοχικοί μεγαλομαυραγορίτες. Διαθέτοντας και καλλιεργώντας πάσης φύσεως διασυνδέσεις με τις Αρχές Κατοχής συγκέντρωσαν στα χέρια τους ποσότητες δυσεύρετων ειδών, κυρίως τροφίμων ευρείας κατανάλωσης, που τις έσπρωχναν στην κατανάλωση με χιλιοπλάσιες τιμές. Το αποτέλεσμα ήταν οι μεν μαυραγορίτες να θησαυρίζουν ανενόχλητοι και φυσικά ανεξέλεγκτοι, ο δε λαός να στερείται τα στοιχειώδη αγαθά που θα μπορούσε να προμηθευθεί, εκτός αν ήταν έτοιμος να διαθέσει ένα ολόκληρο σπίτι για να εξασφαλίσει λίγα μόλις γεύματα. Οι θάνατοι από πείνα οφείλονται σ’ αυτό το κλίμα μαυραγοριτισμού που απλώθηκε επί Κατοχής, ιδιαίτερα τον πρώτο χρόνο, τον φοβερό χειμώνα 1941-42.

Οι μαυραγορίτες ήταν στο στόχαστρο των κατοχικών κυβερνήσεων, ακόμη και των ίδιων των κατακτητών, αφού τους εξέθεταν στην κοινή γνώμη ως αδιαφορούντες για την επιβίωση του λαού. Ο στρατηγός Τσολάκογλου, ο κατοχικός πρωθυπουργός, σε πολλές περιπτώσεις παρενέβη θεαματικά για να ελέγξει την κατάσταση αυτή και είναι χαρακτηριστική η παρέμβασή του αυτή με τη χειροδικία του (τουτέστιν με τα χαστούκια του) προς κάποιους συλληφθέντες επ’ αυτοφώρω μεγαλομαυραγορίτες τροφίμων. Ανάλογη θεαματική αντιμετώπιση είχαν και άλλοι συνάδελφοί τους, αυτή τη φορά από τους Γερμανούς, οι οποίοι μάλιστα για παραδειγματισμό τους απαγχόνισαν από τους στύλους σε μεγάλους αθηναϊκούς δρόμους.

Το παράδοξο όμως είναι που μεταπολεμικά αυτοί οι μεγαλομαυραγορίτες επέζησαν οικονομικά, αλλά και κοινωνικά, παρά το γεγονός ότι η κατοχική συμπεριφορά τους ήταν πάνω απ’ όλα αντικοινωνική και ανθελληνική. Και βεβαίως όσοι δεν επέζησαν βιολογικά, είχαν τους φυσικούς διαδόχους τους για να πάρουν τη σκυτάλη και να συνεχίσουν το μεσουράνημα των επιχειρήσεών τους. Και πάλι το κατοχικό παρελθόν ξεχάστηκε. Και έχουμε χαρακτηριστική περίπτωση τον γόνο ενός τέτοιου μεγαλομαυραγορίτη τροφίμων, διαθέτοντα πάντα το ισχυρότατο ταμείο που με τέτοια διαγωγή είχε σχηματίσει ο πατέρας ή ο παππούς του, να φθάσει – πενήντα χρόνια αργότερα – στη δημοσιότητα, ως αγοραστής της κληρονομητέας έπαυλης Μινέικο του Ψυχικού, την οποία αγόρασε από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Είναι εκείνος που και μόλις πρόσφατα εμφανίσθηκε πάλι στη δημοσιότητα, επειδή ζητεί να του επιστραφούν τα χρήματα που είχε διαθέσει για την αγορά, η οποία ύστερα από ένα περίπλοκο πλέγμα διαδικασιών, ακυρώθηκε. Και, να προσθέσουμε, είναι ο ίδιος που στα τελευταία χρόνια τιμήθηκε με ηγετική θέση στη διοίκηση του Κολλεγίου Αθηνών.

Όλους αυτούς τους οικονομικούς μεγαλοδοσιλόγους, που απέκτησαν τέτοιες αμύθητες περιουσίες, ο πανδαμάτωρ χρόνος – όπως ήταν αναμενόμενο – δεν τους λησμόνησε και ελάχιστοι σήμερα ίσως επιζούν. Αλλά και εκείνοι που πέθαναν και εκείνοι που τυχόν ζουν ανάμεσά μας, έχουν επιμελώς αποκρύψει το πραγματικό παρελθόν τους. Θα ήταν έλλειψη στοιχειωδών φυσικών ανακλαστικών, αν γινόταν διαφορετικά.

Αλλά η ιστορία δεν καταγίνεται στην παροχή συγχωροχαρτίων. Έχει διαφορετική αντίληψη και η κρίση της δεν επηρεάζεται από συναισθηματισμούς και υποκειμενισμούς. Η πολιτεία μπορεί με άνεση να αμνηστεύει, όπως και η κοινωνία. Η ιστορία όμως δεν έχει τέτοιο δικαίωμα – και βεβαίως σε κάθε ευκαιρία το αποδεικνύει.

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΟΔΟΣΙΛΟΓΩΝ

1. Αβραμίδης Ι., επιχειρηματίας
2. Αγγελόπουλος Θ. & Υιοί, επιχειρηματίες
3. Αγιουτάντης Α., εργολάβος
4. Αλβανόπουλοι Κ. και Ι., εργολάβοι
5. Αντωνόπουλος Α., εργολάβος
6. Βαρχανέα Σ., επιχειρηματίας
7. Βασιλάκος Α., εργολάβος
8. Βασιλειάδης Α., επιχειρηματίας
9. Βέλλιος Ε., εργολάβος
10. Βερνίκος Α., επιχειρηματίας
11. Βερνίκος Ν., επιχειρηματίας
12. Βερνίκος Ν., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
13. Βόμβα Αφοί, προμηθευτές Αρχών Κατοχής
14. Βόμβας Τ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
15. Βορρεάδης Ι., επιχειρηματίας
16. Γεωργιάδης Γ., επιχειρηματίας
17. Γεωργιάδης Σ., επιχειρηματίας
18. Γιαδικιάρογλου Ρ., επιχειρηματίας
19. Γιαδικιάρογλου Φ., επιχειρηματίας
20. Γιαννουλάτος Ε., επιχειρηματίας
21. Γιατζόγλου Ε., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
22. Γκέρτσος Δ., επιχειρηματίας
23. Γκέρτσος Θ., επιχειρηματίας
24. Γκέρτσος Κ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
25. Γκορίτσας Ε., εργολάβος
26. Γκουντελιάν Α., εργολάβος
27. Γκουτρούμ Κ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
28. Δαμιανός Μ., εργολάβος
29. Δευκόπουλος Κ., εργολάβος
30. Δήμας Σ., επιχειρηματίας
31. Διάκος Ε., εργολάβος
32. Δοανίδης Π., εργολάβος
33. Δολτσέτης Ι., εργολάβος
34. Έμκε Ρ., επιχειρηματίας
35. Ευστρατίου Δ., επιχειρηματίας
36. Ζαλώνης Μ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
37. Ζαννέτος Κ., επιχειρηματίας
38. Ζανουδάκης Α., επιχειρηματίας
39. Ζανουδάκης Σ., επιχειρηματίας
40. Ζαντεμίσκωφ χήρα, επιχειρηματίας
41. Ζαχάρωφ Γ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
42. Ζήζηλας Ι., εργολάβος
43. Θεοδωρόπουλος Ε., εργολάβος
44. Ιγγλέσης Γ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
45. Ιωαννίδης Β., εργολάβος
46. Ιωαννίδης Γ., εργολάβος
47. Καβαντζάς Δ., εργολάβος
48. Καββαδίας Κ., επιχειρηματίας
49. Καϊβάνοι Αφοί, εργολάβοι
50. Καλημέρης Β., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
51. Καλιάζης Κ., εργολάβος
52. Καλιαμπέτσος Α. και Σ., εργολάβοι
53. Κάμφωνας Α., επιχειρηματίας
54. Καραγιάννης Κ., επιχειρηματίας
55. Καράσσος Σ., επιχειρηματίας
56. Καρδασιλάρη Υιοί, προμηθευτές Αρχών Κατοχής
57. Κατηφόρης Π., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
58. Κατσίγερας Σ., επιχειρηματίας
59. Κεφάλας Κ., επιχειρηματίας
60. Κεχαγιάς Χ., εργολάβος
61. Κηρύκοι-Αλεξάτος, επιχειρηματίες
62. Κόβερης Ι., επιχειρηματίας
63. Κόκκινος Κ., επιχειρηματίας
64. Κολοβός Γ., επιχειρηματίας
65. Κολοζώφ Α., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
66. Κοραής Σ., επιχειρηματίας
67. Κορωναίος Α., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
68. Κούρηξ Δ., επιχειρηματίας
69. Κουρμούλης Μ., εργολάβος
70. Κουρτ Μ., επιχειρηματίας
71. Κούρτογλου Ι., εργολάβος
72. Κουτσουρόπουλος Λ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
73. Κρανιώτη Αφοί, εργολάβοι
74. Κριεζής Ι., εργολάβος
75. Κρίκος Μ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
76. Κυπαρισσόπουλος Ε., επιχειρηματίας
77. Κυφιώτης Α., εργολάβος
78. Κωστάλας Σ., επιχειρηματίας
79. Λαζαράκης Ανδρ., επιχειρηματίας
80. Λαζαράκης Κ., επιχειρηματίας
81. Λαζαρίδης Π., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
82. Λασκαρίδης Χ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
83. Λιοπυράκης Θ., επιχειρηματίας
84. Λυμπεράκης Μ., εργολάβος
85. Μαθιουδάκης Ι., εργολάβος
86. Μανιάκης Α., εργολάβος
87. Μάνος Α., εργολάβος
88. Μαντζάκας Σ., εργολάβος
89. Ματαραντζής Ι., επιχειρηματίας
90. Μάτσας Α., επιχειρηματίας
91. Μαυράγγελος Μ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
92. Μαύρου Φ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
93. Μεγαλοοικονόμου Λ., επιχειρηματίας
94. Μεϊμαρίδης-Πιρπίρογλου, προμηθευτές Αρχών Κατοχής
95. Μήκας Δ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
96. Μικέλης Ν., εργολάβος
97. Μόσχος Π., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
98. Μπαντζάς Ν., επιχειρηματίας
99. Μπαρμπαγιαννάκης Ι., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
100. Μπαρμπαρής Σ., εργολάβος
101. Μπρούνος Λ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
102. Μωυσόγλου Α., επιχειρηματίας
103. Ναούμ Α., επιχειρηματίας
104. Ναχνικιάν Ζ., εργολάβος
105. Νισίμ Κ., επιχειρηματίας
106. Νταής Α., εργολάβος
107. Ντεκιπέλο Κατάλιτο, εργολάβος
108. Ντιλέρνια Γ., εργολάβος
109. Ξανθόπουλος Α., εργολάβος
110. Ξανθόπουλος Ι., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
111. Ξανθόπουλος Π., εργολάβος
112. Παβεζόπουλος Α., επιχειρηματίας
113. Παπαδάκης Ε., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
114. Παπαδόπουλος Γ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
115. Παπαδόπουλος Κ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
116. Παπαδόπουλος Ο.Ε., επιχειρηματίας
117. Παπανικολάου Π., επιχειρηματίας
118. Παπασταύρου Χ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
119. Παραβάντος Ι., επιχειρηματίας
120. Πασσάς Ι., εργολάβος
121. Περικάρης Εμμ., εργολάβος
122. Πετρίδης Ι., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
123. Πετρίδης Κ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
124. Πετρόπουλος Κ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
125. Πετυχάκης Φ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
126. Πλέσσας Α., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
127. Πλέσσας Κ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
128. Πλέσσας Σπ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
129. Πλέσσας Στ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
130. Πουλάκος Β., επιχειρηματίας
131. Προφέτας Α., επιχειρηματίας
132. Ρεμέντζης Γ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
133. Ρόζενσταϊν-Ροζάκης Λ., επιχειρηματίας
134. Ρουρούλης Σ., επιχειρηματίας
135. Ρούσσος Δ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
136. Σαλαπάτας Α., επιχειρηματίας
137. Σαλαπάτας Β., επιχειρηματίας
138. Σαλαπάτας Σ., επιχειρηματίας
139. Σαλούστρος Π., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
140. Σαραντάκης Ο., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
141. Σαράντης Ι., επιχειρηματίας
142. Σαράντης Ρ., επιχειρηματίας
143. Σαρφάτης Ρ., επιχειρηματίας
144. Σεραφειμίδης-Γεωργακάς, προμηθευτές Αρχών Κατοχής
145. Σκλαβούνος Λ., επιχειρηματίας
146. Σουπίλας Σ., επιχειρηματίας
147. Σοφιανόπουλος Π., εργολάβος
148. Σταματόπουλοι Α., Λ., Θ., Ρ. & Ο., επιχειρηματίες
149. Στασινόπουλοι Ι., Η & Μ., επιχειρηματίες
150. Στίκας Α., επιχειρηματίας
151. Στίπας Π., επιχειρηματίας
152. Συριανάκης Θ., επιχειρηματίας
153. Τερζόγλου Ν., επιχειρηματίας
154. Τολιάς Β., εργολάβος
155. Φερλάτσο Ο., προμηθευτής Αρχών Κατοχής
156. Φουρναράκης-Ιωαννίδης, εργολάβοι
157. Φώκερ Σ., εργολάβος
158. Χάινε Ε., επιχειρηματίας
159. Χαραλάμπους Μ., εργολάβος
160. Χασαπάκος Χρ., επιχειρηματίας
161. Χατζηνάκος Γ., εργολάβος
162. Χατζηπαναγιώτης Ι., εργολάβος
163. Χόχνετς Φ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

ΠΗΓΗ

div#stuning-header .dfd-stuning-header-bg-container {background-color: #5dacee;background-size: initial;background-position: top center;background-attachment: initial;background-repeat: initial;}#stuning-header div.page-title-inner {min-height: 450px;}#main-content .dfd-content-wrap {margin: 0px;} #main-content .dfd-content-wrap > article {padding: 0px;}@media only screen and (min-width: 1101px) {#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars {padding: 0 0px;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars > #main-content > .dfd-content-wrap:first-child,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars > #main-content > .dfd-content-wrap:first-child {border-top: 0px solid transparent; border-bottom: 0px solid transparent;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width #right-sidebar,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width #right-sidebar {padding-top: 0px;padding-bottom: 0px;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars .sort-panel,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars .sort-panel {margin-left: -0px;margin-right: -0px;}}#layout .dfd-content-wrap.layout-side-image,#layout > .row.full-width .dfd-content-wrap.layout-side-image {margin-left: 0;margin-right: 0;}