Έμειναν ατιμώρητα τα εγκλήματα των τραπεζιτών στην Ελλάδα!

 01/03/2024    08 : 01 : 27
banks 1 e1659771433585
62 / 100

Τράπεζες, τραπεζίτες και ναυάγια

Γράφει ο Γιάννης Σιώτος, δημοσιογράφος-συγγραφέας

Με την πώληση πακέτου μετοχών συστημικών τραπεζών έκλεισε ο κύκλος που άνοιξε πριν από λίγα χρόνια με την ανακεφαλαιοποίηση, η οποία στην πραγματικότητα ήταν η μετάθεση και η διάχυση του ρίσκου των επενδυτικών επιλογών που έκαναν μια φούχτα ανθρώπων, δηλαδή οι επικεφαλής των τραπεζών σε ολόκληρη την κοινωνία.

Το εντυπωσιακό δεν είναι η πώληση των μετοχών σε κάποιους «επενδυτές» οι οποίοι λίγο έλειψε να παρουσιαστούν με το φωτοστέφανο του σωτήρα, αλλά ότι κανείς -ούτε η συμπολίτευση ούτε η αντιπολίτευση ούτε οι έχοντες άποψη επί παντός επιστητού την οποία περιφέρουν στους τηλεοπτικούς σταθμούς- δεν έκανε έναν στοιχειώδη απολογισμό.

Να μιλήσουν δηλαδή για το πόσο κόστισαν οι απερισκεψίες(;) των τραπεζιτών και πόσα από τα λεφτά των φορολογουμένων χάθηκαν. Δηλαδή πόσο κόστισαν οι διασώσεις και πόσα λεφτά γύρισαν πίσω με την πώληση του πακέτου των μετοχών που κατείχε το κράτος. Αν στην αδιαφάνεια προστεθεί και η θεσμοθετημένη ασυλία που χορηγήθηκε από όλες τις μνημονιακές κυβερνήσεις στους τραπεζίτες, ακόμα και εκείνοι που δεν είναι οικονομολόγοι ή νομικοί αντιλαμβάνονται ότι τελικά κάποιοι είναι πιο ίσοι από τους άλλους και ότι ο κολασμός δεν εξαρτάται από την αξιόποινη πράξη αλλά από το εκτόπισμα -κυριολεκτικά και μεταφορικά- του θύτη.

Αυτό που συνέβη με τις τράπεζες και τους τραπεζίτες ισοδυναμεί με επιβράβευση της απερισκεψίας ή -αν προτιμάτε- της ασυδοσίας. Ο Μίλτον Φρίντμαν επαναλάμβανε ότι ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα κέρδους – ζημίας. Τα κέρδη ενθαρρύνουν την ανάληψη ρίσκου. Οι ζημίες ενθαρρύνουν τη σύνεση, η οποία είναι εξίσου σημαντική. Η πολιτική που εφάρμοσαν ΟΛΕΣ οι μνημονιακές κυβερνήσεις ήταν προσανατολισμένη στο «laissez-faire» όταν επρόκειτο για κερδοφορία και στον «σοσιαλισμό» όταν επρόκειτο για ζημιές των τραπεζών και των πιστωτών τους. Πρόκειται για ένα άκρως καταστροφικό μίγμα καθώς επιδοτώντας την απερισκεψία και την ασυδοσία, το μόνο που μπορείς να περιμένεις να εισπράξεις είναι ακόμα περισσότερη απερισκεψία και ασυδοσία.

Στην πραγματικότητα το κόστος για την πραγματική οικονομία δεν ήταν η μεταφορά χρημάτων από τους φορολογούμενους προς τις τράπεζες. Το κόστος -ή έστω ένα σημαντικό ποσοστό του- ήταν ότι ο απερίσκεπτος δανεισμός των τραπεζιτών και οι εξίσου απερίσκεπτες επενδύσεις τους τελικά παρέμειναν ατιμώρητα. Και για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, τη στιγμή που αυτοί που προκάλεσαν το πρόβλημα απολαμβάνουν ανενόχλητοι τα οφέλη των εγκληματικών επιλογών τους, εκατομμύρια άλλοι, που δεν έχουν τη δύναμη να αντιδράσουν, χάνουν τα σπίτια τους, τις περιουσίες τους και την εμπιστοσύνη στο δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης.

Αυτό δεν είναι καπιταλισμός. Είναι ευνοιοκρατικός καπιταλισμός και η διάγνωση περί παρασιτικής διαβίωσης μεταξύ τραπεζών και πολιτικών εξουσιών είναι σωστή. Η επιεικής μεταχείριση των «λευκών κολάρων» άφησε τον δανεισμό να ξεφύγει από κάθε έλεγχο, μεγέθυνε αφύσικα τις τράπεζες και βοήθησε να δικαιολογηθούν και να χρηματοδοτηθούν τα εταιρικά μπόνους, που σε άλλη περίπτωση θα ήταν πολύ πιο μικρά.

Και φυσικά αυτή η εύνοια(!) είναι ο ασφαλέστερος δρόμος που οδηγεί στις επόμενες φούσκες. Η επιλογή των κυβερνήσεων να διαχωρίσουν τους «άφρονες» σε πολύ μεγάλους για να τιμωρηθούν και σε πολύ μικρούς για να προστατευθούν, δίνει ένα σήμα ότι και στο μέλλον όσοι κατασκευάζουν, στηρίζουν και υποστηρίζουν τις φούσκες, δεν πρόκειται να πληρώσουν για τις επιλογές τους. Υπερβολή; Το μήνυμα από τις διασώσεις των τραπεζών δεν απευθυνόταν μόνο στους «καπετάνιους», τους «υπάρχους» και τους «λοστρόμους» τους αλλά και στους δανειστές τους, δηλαδή σε αυτούς από τους οποίους δανείζονταν για να χρηματοδοτούν τις επιλογές που τις οδήγησαν στην κατάρρευση. Και το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: «Δεν θα χάσετε τα λεφτά σας αν οι “επενδύσεις” στις οποίες κατευθύνετε τα κεφάλαιά σας καταρρεύσουν». Φαύλος κύκλος.

Η αλήθεια είναι ότι για το πολιτικό σύστημα οι «διασώσεις» εξαρτώνται από τον «ναυαγό». Αμα είναι ασήμαντος, όχι μόνο δεν δίνει σημασία αλλά αφήνει ανενόχλητους -κάποιες φορές παροτρύνει- τους «καρχαρίες» να τον κατασπαράξουν. Αν είναι «σημαντικός» τότε πετάει σωσίβια και κινητοποιεί όλο τον μηχανισμό για να τον γλιτώσει. Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο. Στις ΗΠΑ, οι διασώσεις της Continental Illinois το 1984, του Μεξικού το 1995, των πιστωτών της Long-Term Capital Management το 1998 και της Bear Stearns τον Μάρτιο του 2008 είναι μερικά από τα πιο γνωστά παραδείγματα. Το ίδιο συνέβη στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ολλανδία και στο Βέλγιο κατά τη διάρκεια της κρίσης του 2008. Σε όλες τις μεγάλες κρίσεις οι κυβερνήσεις έστελναν ξεκάθαρο το μήνυμα ότι οι δανειστές θα πάρουν τα χρήματά τους πίσω ούτως ή άλλως. Και εύλογα αναρωτιέται κανείς: Τι θα αποτρέψει τις τράπεζες και τους δανειστές τους από το να στήσουν την επόμενη φούσκα τοξικών δανείων, τοξικών μετοχών, τοξικών εμπορευμάτων, τοξικών…;

Και εκτός από τις «φούσκες» οι οποίες στα επόμενα χρόνια θα γίνουν πιο πολλές και πιο συχνές, η αίσθηση του ακαταδίωκτου που απολαμβάνει ο πλούτος διαβρώνει σαν άοσμο αέριο την ισχύ της δημοκρατίας και χλευάζει την επαγγελία των ίσων ευκαιριών για όλους. Οι χωρίς την υποχρέωση λογοδοσίας επιλογές του πολιτικού συστήματος, με τις οποίες παρέχεται η ευκαιρία στον πλούτο να αποκτά τόσο πολλά χρήματα ώστε να μπορεί να οργιάζει με την κερδοσκοπία, έχουν προκαλέσει γενικευμένη δυσφορία, η οποία τώρα μπορεί να μην εκφράζεται αλλά αργά ή γρήγορα θα ξεσπάσει και θα παρασύρει τα πάντα στο διάβα της. Η εμπειρία από τον τρόπο που το πολιτικό σύστημα αντιμετώπισε τις τράπεζες και τους τραπεζίτες έδειξε ότι όσο περισσότερος πλούτος συσσωρεύεται σε λίγα χέρια στην κορυφή, τόσο μεγαλύτερη επιρροή και προνόμια αποκτούν οι καλά δικτυωμένοι πλούσιοι, πράγμα που κάνει ευκολότερη γι’ αυτούς και τους πολιτικούς συμμάχους τους την αποχαλίνωσή τους χωρίς κοινωνικό τίμημα.

div#stuning-header .dfd-stuning-header-bg-container {background-color: #5dacee;background-size: initial;background-position: top center;background-attachment: initial;background-repeat: initial;}#stuning-header div.page-title-inner {min-height: 450px;}#main-content .dfd-content-wrap {margin: 0px;} #main-content .dfd-content-wrap > article {padding: 0px;}@media only screen and (min-width: 1101px) {#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars {padding: 0 0px;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars > #main-content > .dfd-content-wrap:first-child,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars > #main-content > .dfd-content-wrap:first-child {border-top: 0px solid transparent; border-bottom: 0px solid transparent;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width #right-sidebar,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width #right-sidebar {padding-top: 0px;padding-bottom: 0px;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars .sort-panel,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars .sort-panel {margin-left: -0px;margin-right: -0px;}}#layout .dfd-content-wrap.layout-side-image,#layout > .row.full-width .dfd-content-wrap.layout-side-image {margin-left: 0;margin-right: 0;}