Έκρηξη ζήτησης ακινήτων για Airbnb

 16/04/2024    12 : 40 : 33
ακινητα
62 / 100

Ανεπαρκής είναι ο αριθμός των ακινήτων που χρησιμοποιούνται ως Airbnb, βάσει της καλπάζουσας ζήτησης στην ελληνική αγορά. Αυτό είναι το συμπέρασμα που βγαίνει από τα τελευταία στοιχεία του παρατηρητηρίου AirDNA για τις προοπτικές της θερινής σεζόν, που μοιάζουν εξαιρετικά αισιόδοξες.

H AirDNA κατέταξε τις ευρωπαϊκές αγορές σε τέσσερις ομάδες με βάση τους ρυθμούς ανάπτυξής τους: σε εκείνες όπου η αύξηση της ζήτησης καθυστερεί, σε όσες παρουσιάζουν πλεόνασμα αύξησης της προσφοράς, σε εκείνες με ισορροπημένη ανάπτυξη και σε εκείνες όπου η προσφορά είναι ακόμα περιορισμένη. Είναι αξιοσημείωτο πως η Ελλάδα ανήκει σε αυτή την τελευταία κατηγορία, παρά τις «φωνές» για πληθώρα ακινήτων που διατίθενται προς βραχυχρόνια μίσθωση. Η αύξηση της ζήτησης ξεπέρασε την αύξηση της προσφοράς σε αυτές τις αγορές, οδηγώντας σε απότομες αυξήσεις στην πληρότητα.

Σύμφωνα με την AirDNA, αυτό αποτελεί μια ευκαιρία να εξυπηρετηθεί η ζήτηση με περισσότερα ακίνητα. Αυτό σημαίνει πως οι 155.000 ιδιοκτησίες που είναι εγγεγραμμένες στις δύο πιο γνωστές πλατφόρμες, Airbnb & Vrbo (20.740 εκ των οποίων στην Αθήνα), δεν επαρκούν για να καλύψουν τη ζήτηση για καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης. Να σημειωθεί ότι με βάση πρόσφατα δεδομένα έρευνας της Transparent, οι πληρότητες στη βραχυχρόνια μίσθωση το 2022 ξεπέρασαν αυτές των ξενοδοχείων, αφού διαμορφώθηκαν αντίστοιχα το 66% και 62%.

Για τους επόμενους έξι μήνες, δηλαδή για ολόκληρη τη διάρκεια της καλοκαιρινής σεζόν, η Ελλάδα βρίσκεται στην πεντάδα με τις χώρες όπου καταγράφεται η μεγαλύτερη ζήτηση. Συγκεκριμένα, η ζήτηση είναι 20% αυξημένη το Μάρτιο, 41% τον Απρίλιο, πάνω από 50% ανοδικά κινείται το Μάιο, ποσοστό μεγαλύτερο του 61% αφορά την άνοδο της ζήτησης για το μήνα Ιούνιο, τον Ιούλιο πλησιάζει το 58%, ενώ τον Αύγουστο η αύξηση της ζήτησης για Airbnb προσεγγίζει το 60% και πρόκειται για την υψηλότερη ανάπτυξη που σημειώνει η χώρα μεταξύ των ευρωπαϊκών αγορών, εξαιρουμένης της Αυστρίας και της Πολωνίας. Θυμίζουμε πως θετικοί ήταν οι οιωνοί ήδη από τις αρχές του χρόνου, αφού η ζήτηση ήταν αυξημένη κατά 72% τον Ιανουάριο, σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2019.

Σπάει κάθε ρεκόρ η Ευρώπη
Αν και συνήθως θεωρείται περίοδος χαμηλής ζήτησης, στην Ευρώπη η ζήτηση για καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης ήταν τον Φεβρουάριο 47,3% υψηλότερη από την ίδια περίοδο του 2019 (26,6% υψηλότερη από το 2022 και 115,9% υψηλότερη από το 2021). Σημειώνοντας τον δεύτερο συνεχόμενο μήνα ανάπτυξης, οι διαθέσιμες αγγελίες αυξήθηκαν μόλις κατά 2,8% σε σχέση με το 2019, κατά τα άλλα αυξήθηκαν κατά 13,7% από το 2022.

Παρά το σημαντικό χάσμα στη ζήτηση και την αύξηση των εισαγωγών, ο αριθμός των διαθέσιμων διανυκτερεύσεων έχει αυξηθεί σταθερά σύμφωνα με τη ζήτηση καθώς οι οικοδεσπότες ανοίγουν τα διαμερίσματά τους για μεγαλύτερες περιόδους. Τον Φεβρουάριο, η προσφορά διαθέσιμων διανυκτερεύσεων ήταν 37,8% μεγαλύτερη σε σχέση με τον Φεβρουάριο του 2019 (20,7% έναντι 2022). Τα έσοδα ανά διαθέσιμο δωμάτιο αυξήθηκαν κατά 19,2% σε ετήσια βάση, την ώρα που η μέση τιμή αυξήθηκε κατά 13,7% σε σύγκριση με το 2022

Οι τάσεις της ζήτησης και της προσφοράς καταλυμάτων για αξιοποίηση ως Airbnb στην Ευρώπη διέφεραν μεταξύ των χωρών κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που είναι ιστορικά η περίοδος του έτους με τη μικρότερη κινητικότητα. Τον Φεβρουάριο, η Ελλάδα, η Νορβηγία και η Πορτογαλία παρουσίασαν τους υψηλότερους ρυθμούς αύξησης της ζήτησης, με ετήσια αύξηση 60%, 52,7% και 44,1% αντίστοιχα, ως προάγγελος αυξημένης «όρεξης» για βραχυχρόνιες μισθώσεις σε αυτούς τους προορισμούς. Όσον αφορά την προσφορά, οι μεγαλύτερες αυξήσεις στις διαθέσιμες καταχωρήσεις σε σχέση με πέρυσι σημειώθηκαν στη Νορβηγία, τη Σουηδία και την Πολωνία (αύξηση 54,2%, 36,7% και 35,9%, αντίστοιχα), υποδηλώνοντας την προθυμία των οικοδεσποτών να ανταποκριθούν στη ζήτηση.

ΠΗΓΗ

div#stuning-header .dfd-stuning-header-bg-container {background-color: #5dacee;background-size: initial;background-position: top center;background-attachment: initial;background-repeat: initial;}#stuning-header div.page-title-inner {min-height: 450px;}#main-content .dfd-content-wrap {margin: 0px;} #main-content .dfd-content-wrap > article {padding: 0px;}@media only screen and (min-width: 1101px) {#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars {padding: 0 0px;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars > #main-content > .dfd-content-wrap:first-child,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars > #main-content > .dfd-content-wrap:first-child {border-top: 0px solid transparent; border-bottom: 0px solid transparent;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width #right-sidebar,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width #right-sidebar {padding-top: 0px;padding-bottom: 0px;}#layout.dfd-portfolio-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars .sort-panel,#layout.dfd-gallery-loop > .row.full-width > .blog-section.no-sidebars .sort-panel {margin-left: -0px;margin-right: -0px;}}#layout .dfd-content-wrap.layout-side-image,#layout > .row.full-width .dfd-content-wrap.layout-side-image {margin-left: 0;margin-right: 0;}