Τελευταία νέα

Τελευταία νέα

Κατηγορίες Bloghttp://kinima-ypervasi.blogspot.gr/p/blog-page_5.html

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΥΠΙΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΥΠΙΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

ΤΙ ΠΕΤΥΧΑΙΝΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟ ΕΞΩΔΙΚΟ ΕΠΑΝΑΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΟΦΕΙΛΩΝ ΣΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ !!!

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΚΚΡΕΜΟΔΙΚΙΑ, ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΙΚΗ ΑΓΩΓΗ, ΜΕ ΤΟ ΕΞΩΔΙΚΟ ΕΠΑΝΑΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΜΑΣ, ΑΠΟΚΤΟΥΜΕ ΔΕΥΤΕΡΟ, ΤΥΠΙΚΟ ΛΟΓΟ ΑΝΑΚΟΠΗΣ ΣΤΗΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΑΣ ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ, ΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΜΗ ΒΕΒΑΙΗ ΚΑΙ ΜΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΜΕΝΗ
Η Τράπεζα, προκειμένου να εκδώσει ΝΟΜΙΜΗ Διαταγή Πληρωμής, πρέπει να ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ ότι η απαίτησή της είναι ΟΡΙΣΜΕΝΗ (συγκεκριμένη / εκκαθαρισμένη) και ΒΕΒΑΙΗ (ότι δεν υπάρχουν προϋποθέσεις / όροι). 





Η δε απόδειξη όλων των ανωτέρω, πρέπει να προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζει η τράπεζα.
Δηλαδή, το βάρος της απόδειξης ανήκει στην τράπεζα και όχι στον δανειολήπτη !!!

Όμως, οι τράπεζες, συνεχίζουν να μη συμμορφώνονται με τις αποφάσεις του Αρείου Πάγου και του ΣτΕ και χρέωνουν ακόμη όλους τους ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΕΣ, με τον παράνομο τοκισμό, ανατοκισμό και την κεφαλαιοποίηση της εισφοράς του Ν. 128/1975, με τον παράνομο υπολογισμό των τόκων στη βάση έτους 360 ημερών,  επιβαρύονοντας έτσι τις δανειακές συμβάσεις με πρόσθετους τόκους 1,3889% και με τον αυθαίρετο υπολογισμό του συνολικού, ετήσιου επιτοκίου επιβάρυνσης των δανειακών συμβάσεων, αντίθετα με τον μαθηματικό τύπο της  Κ.Υ.Α. Ζ1-111 (ΦΕΚ 627 Β’/7-3-12) περί Σ.Ε.Π.Ε., καθιστώντας έτσι, αυθαίρετα και παράνομα, τις συνολικές απαιτήσεις τους και τα υπόλοιπα των δανειακών συμβάσεων, μεγαλύτερα των πραγματικών !!!

Έτσι, οι απαιτήσεις των τραπεζών από τα υπόλοιπα των οφειλών μας δεν είναι ορισμένες και εκκαθαρισμένες, κατ' άρθρο 916 ΚΠολΔ και πρέπει να επανακαθοριστούν, μετά την απομείωσή τους κατά κεφάλαιο και τόκους :


Επειδή, η καταβολή υπέρμετρων τόκων απαγορεύεται από το νόμο (ΑΚ 281, αρθρ.2 παρ.7 περ.ια΄του ν.2251/1994), τυχόν δε υπέρμετροι τόκοι, καταβληθέντες, καταλογίζονται στο κεφάλαιο και δεν εξαναγκάζεται η πληρωμή τους (βλ. ΕφΑθ 3562/2001 αδημ) ενώ, η ενσωμάτωση υπέρμετρων τόκων στο διατασσόμενο να πληρωθεί κεφάλαιο καθιστά μη εκκαθαρισμένη την διατασσομένη να πληρωθεί απαίτηση.

Επειδή, οι τράπεζες, 
καθ’ όλη τη διάρκεια των πιστωτικών μας συμβάσεων, προέβαιναν με γνώση και πρόθεση : (α) στον παράνομο τοκισμό, κεφαλαιοποίηση και ανατοκισμό της εισφοράς του Ν.128/1975, (β) στον παράνομο υπολογισμό του επιτοκίου των πιστωτικών σας συμβάσεων, με βάση υπολογισμού το ημερολογιακό έτος των 360 ημερών, αντί της εκ του νόμου ρητά προβλεπόμενης των 365 ημερών και, κατά τα δίσεκτα έτη, των 366 και (γ) στον παράνομο υπολογισμό του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου και του ποσοστού επιβάρυνσης των πιστωτικών σας συμβάσεων, αντίθετα με την Κ.Υ.Α. Ζ1-699 (ΦΕΚ 917 Β’/23-6-10) περί Σ.Ε.Π.Ε. και, έτσι, ενσωμάτωσαν σε όλες τις οφειλές μας, σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα και με περισσότερες πράξεις, διάφορα χρηματικά ποσά, ειδικότερα τόκους, χρεωλύσια, τόκους υπερημερίας και έξοδα και, ως εκ τούτου, εισέπραξαν και επιδιώκουν να εισπράξουν μη οφειλόμενα χρηματικά ποσά, αυξάνοντας έτσι αυθαίρετα και παράνομα τις απαιτήσεις τους.

Επειδή,  κατά τα ανωτέρω, οι τράπεζες συντέλεσαν εξ οικείου πταίσματος στην πρόκληση και στην έκταση της ζημίας πιστωτικού κινδύνου εκ των πιστωτικών μας συμβάσεων, υπό την έννοια του άρθρου 300 ΑΚ και, έτσι, έχουν συνευθύνη και συνυπαιτιότητα σε ότι αφορά την σύναψη, την εξυπηρέτηση και τη διαμόρφωση των σημερινών, αυθαίρετων υπολοίπων των οφειλών μας, που είναι μεγαλύτερα των πραγματικών και, έτσι, δυσκολευόμαστε ή, ακόμη, αδυνατούμε να τα εξυπηρετήσετε, με αποτέλεσμα να είναι άκυρη η οφειλή τόκου δυνάμει των πιστωτικών μας συμβάσεων, άλλως πρέπει να απαλλαγούμε από το κόστος της χορηγηθείσας πίστωσης, περιλαμβανομένων των τόκων, και να έχουμε την υποχρέωση να καταβάλουμε μόνο το ποσό του κεφαλαίου, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στις συμβάσεις μας δόσεις, άλλως, δια των πιστωτικών μας συμβάσεων έχουν συνομολογηθεί και ληφθεί υπέρμετροι τόκοι, των οποίων, σε κάθε περίπτωση, απαγορεύεται η καταβολή εκ του νόμου (ΑΚ 281, αρθρ.2 παρ.7 περ.ια΄του ν.2251/1994).

Επειδή, η απομείωση των οφειλών μας, κατά 
το συνολικό ποσό των τόκων και των πάσης φύσης εξόδων, προβλέπεται ρητά σε κάθε περίπτωση που οι τράπεζες παραβιάζουν την αρχή του Υπεύθυνου Δανεισμού της ΚΥΑ Ζ1-699/ΦΕΚ Β΄ 917/2010 και, επίσης, νομολογήθηκε πρόσφατα με την ECLI:EU:C:2016:842 ΔΕΕ της 9ης Νοεμβρίου 2016, όταν οι τράπεζες παραβιάζουν τις διατάξεις του παραρτήματος Ι, της Κ.Υ.Α. Ζ1-699 (ΦΕΚ 917 Β’/23-6-10) περί ΣΕΠΕ, όπως εν προκειμένω έπραξαν και με τις δικές μας πιστωτικές συμβάσεις. 

Επειδή, οι απαιτήσεις των τραπεζών από τις πιστωτικές μας συμβάσεις πρέπει, ακόμη, να απομειωθούν και κατά το κεφάλαιο των οφειλών μας, κατά ποσό ανάλογο των κρατικών ενισχύσεων με τους δημόσιους χρηματοδοτικούς πόρους που έλαβαν οι τράπεζες από το 2008 μέχρι και σήμερα, προς αποκατάσταση της κεφαλαιακής τους επάρκειας  και της ρευστότητας, προς βλάβη των κρατικών προϋπολογισμών, του χρέους και, έτσι, της ελληνικής εθνικής οικονομίας, της περιουσίας και των κεκτημένων οικονομικών συμφερόντων των φορολογουμένων στην Ελλάδα φυσικών και νομικών προσώπων και, έτσι, και των δικών μας.

ΜΕ ΤΟ ΕΞΩΔΙΚΟ ΕΝΑΝΑΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΜΑΣ ΒΑΖΟΥΜΕ ΤΕΛΟΣ :
  • ΣΤΗΝ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΝΑΠΟΔΕΙΚΤΩΝ ΔΙΑΤΑΓΩΝ ΠΛΗΡΩΜΗΣ 
  • ΣΤΗΝ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗ ΔΙΚΑΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΑΟΡΙΣΤΙΑΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΜΗ ΒΕΒΑΙΟΥ & ΑΝΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΟΥ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥ 
  • ΣΤΟΝ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ, ΠΟΥ ΕΝΣΩΜΑΤΩΝΟΥΝ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΣΕ ΑΥΤΕΣ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥΣ & ΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 128/1975, ΕΚΤΟΚΙΣΜΟΥΣ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΕΤΟΥΣ 360 ΗΜΕΡΩΝ ΑΝΤΙ ΤΩΝ 365 & 366 ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΣΕΚΤΑ ΕΤΗ ΚΑΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥΣ ΤΟΚΩΝ ΚΑΙ ΕΞΟΔΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΑ Ζ1-699 (ΦΕΚ 917 Β’/23-6-10ΓΙΑ ΤΟ Σ.Ε.Π.Ε. (ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΕΤΗΣΙΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ)
  • ΣΤΟΝ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟ ΤΥΧΟΝ ΕΠΑΝΑΚΑΘΟΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΜΑΣ ΣΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ, ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΚΑΣΤΕΣ


ΑΠΟΦΑΣΗ ECLI:EU:C:2016:842 ΔΕΕ ΓΙΑ ΤΟ ΣΕΠΕ ΤΩΝ ΔΑΝΕΙΑΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ !!!

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΕ: ΟΤΑΝ Ο ΔΑΝΕΙΣΤΗΣ ΔΕΝ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΟ Σ.Ε.Π.Ε. ΣΤΗ ΔΑΝΕΙΑΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΧΑΝΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΤΟΚΩΝ ΚΑΙ ΕΞΟΔΩΝ



Η παράλειψη της τράπεζας να μνημονεύσει στη σύμβαση πιστώσεως όλα τα στοιχεία τα οποία, βάσει της οδηγίας, πρέπει να περιλαμβάνονται υποχρεωτικά στη σύμβαση, όπως είναι το ΣΕΠΕ, ο αριθμός και η περιοδικότητα των καταβολών στις οποίες πρέπει να προβεί ο καταναλωτής, τα συμβολαιογραφικά έξοδα και οι απαιτούμενες από τον δανειστή εγγυήσεις και ασφάλειες, δύναται να επισύρει την εκ μέρους των κρατών μελών επιβολή της κυρώσεως της εκπτώσεως του δανειστή από το δικαίωμα εισπράξεως τόκων και εξόδων, οσάκις η παράλειψη μνείας των στοιχείων αυτών δύναται να θέσει εν αμφιβόλω τη δυνατότητα του καταναλωτή να εκτιμήσει το περιεχόμενο της δεσμεύσεώς του !!!
ΚΛΙΚ ΕΔΩ :

Οι Τράπεζες, καθ’ όλο το διάστημα εξυπηρέτησης μιας δανειακής σύμβασης, εντελώς αυθαίρετα, παράνομα και αντισυμβατικά, ενσωματώνουν στις απαιτήσεις τους διάφορα χρηματικά ποσά, ενδεικτικά τόκους, χρεωλύσια, τόκους υπερημερίας και έξοδα και ως εκ τούτου χρεώνουν τους δανειολήπτες με διάφορα αυθαίρετα χρηματικά ποσά, τα οποία δεν οφείλουν σε καμία περίπτωση, καθιστώντας έτσι και τις συνολικές απαιτήσεις τους μεγαλύτερες των πραγματικών, λόγω ακριβώς αυτών των αυθαίρετων, αντισυμβατικών και παράνομων χρώσεων, τις οποίες δεν έπρεπε να είχαν ενσωματώσει στα συνολικά ποσά των οφειλών των δανειοληπτών.

Έτσι, οι Τράπεζες συμπεριλαμβάνουν στις απαιτήσεις τους, εντελώς αυθαίρετα, παράνομα και αντισυμβατικά, παράνομους τόκους και χρεώσεις, ήτοι:

α) τοκισμός, κεφαλαιοποίηση και ανατοκισμός της εισφοράς του Ν. 128/75,

β) παράνομος υπολογισμός επιτοκίου, με βάση υπολογισμού το ημερολογιακό έτος των 360 ημερών, αντί της εκ του νόμου ρητά προβλεπόμενης βάσης υπολογισμού των 365 ημερών και, κατά τα δίσεκτα έτη, των 366 ημερών και

γ) παράνομος υπολογισμός του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου και του ποσοστού επιβάρυνσης, αντίθετα με την υποχρεωτική, νόμιμη ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΦΟΡΜΟΥΛΑ και μέθοδο υπολογισμού που αποτυπώνεται στο μέρος Ι του παραρτήματος Ι της Κ.Υ.Α. Ζ1-699 (ΦΕΚ 917 Β’/23-6-10) περί Σ.Ε.Π.Ε. και, έτσι, η απαίτησή της δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη, κατά την έννοια των άρθρων 623επ. ΚΠολΔ και 916 ΚΠολΔ.

Τα υπό συζήτηση ερωτήματα, λοιπόν, είναι τα εξής :
  1. Πόσο ορισμένη είναι η απαίτηση της Τράπεζας, όταν για την έκδοση διαταγής πληρωμής προσκομίζει ,ΤΟ ΠΟΛΥ, μία κίνηση λογαριασμού ;;;;
  2. Μπορεί ο αντισυμβαλλόμενος του πιστωτικού ιδρύματος (δλδ ο δανειολήπτης) να επιβεβαιώσει την ‘μετατροπή’ των συμβατικών όρων σε αριθμητικές πράξεις ;;;;
  3. Μήπως μπορεί ο Δικαστής ;;;;
  4. Στις λογιστικές εγγραφές της απαίτησης της Τράπεζας, είχε ή/και έχει πρόσβαση ο δανειολήπτης ;;;;
  5. Μήπως ο Δικαστής ;;;;
  6. Στον τρόπο υπολογισμού της απαίτησης της Τράπεζας, είχε ή/και έχει πρόσβαση ο     δανειολήπτης ;;;;
  7. Μήπως ο Δικαστής ;;;;
  8. Πώς προκύπτει, στην κίνηση του λογαριασμού μου, ότι π.χ. το ποσό των 90,38€ είναι σωστό ;;;; 
ΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΑ ΑΝΩΤΕΡΩ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ, ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΗ ΔΩΣΕΙ ΜΟΝΟΝ Η ΤΡΑΠΕΖΑ !!!
Πώς ;;;
Αρκεί να ζητήσουμε από την ΤΡΑΠΕΖΑ, με το ΕΞΩΔΙΚΟ ΕΠΑΝΑΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΜΑΣ, να μας δώσει τα αντίγραφα των υπολογιστικών πράξεων κάθε χρέωσης, όπως αυτές είναι καταχωρημένες στην κίνηση του λογαριασμού μας, από τις οποίες πρέπει να αποδεικνύεται ότι αυτές έγιναν κατ' εφαρμογή του μαθηματικού τύπου - φόρμουλας της ΚΥΑ Ζ1-699 (ΦΕΚ 917 Β’/23-6-10) περί ΣΕΠΕ, όπως αυτή αναλύεται στην από 05/09/2015 Γνωμοδότηση του Καθηγητή Οικονομετρίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, κου ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΜΒΟΥΚΑ !!!
ΚΛΙΚ ΕΔΩ :
http://kinima-ypervasi.blogspot.gr/2015/10/blog-post_72.html



Κι αν δεν μας τα δώσει ;;;
Ζητάμε από ττην ΤΡΑΠΕΖΑ να επανακαθορίσει την απαίτησή της !!!



Κι αν αυτή δεν το κάνει ;;;
Τότε προφανώς, η απαίτησή της ΠΑΣΧΕΙ βεβαιότητας !!!

Και τι συνέπειες επιφέρει αυτό ;;;

ΑΚΥΡΩΣΙΑ της Διαταγής Πληρωμής !!!

ΜΕ ΤΟ ΕΞΩΔΙΚΟ ΕΝΑΝΑΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΜΑΣ, ΒΑΖΟΥΜΕ ΤΕΛΟΣ :

  • ΣΤΗΝ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΝΑΠΟΔΕΙΚΤΩΝ ΔΙΑΤΑΓΩΝ ΠΛΗΡΩΜΗΣ 
  • ΣΤΗΝ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗ ΔΙΚΑΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΑΟΡΙΣΤΙΑΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΜΗ ΒΕΒΑΙΟΥ & ΑΝΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΟΥ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥ 
  • ΣΤΟΝ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ, ΠΟΥ ΕΝΣΩΜΑΤΩΝΟΥΝ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΣΕ ΑΥΤΕΣ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥΣ & ΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 128/1975, ΕΚΤΟΚΙΣΜΟΥΣ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΕΤΟΥΣ 360 ΗΜΕΡΩΝ ΑΝΤΙ ΤΩΝ 365 & 366 ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΣΕΚΤΑ ΕΤΗ ΚΑΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥΣ ΤΟΚΩΝ ΚΑΙ ΕΞΟΔΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΑ Ζ1-699 (ΦΕΚ 917 Β’/23-6-10) ΓΙΑ ΤΟ Σ.Ε.Π.Ε. (ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΕΤΗΣΙΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ) 
  • ΣΤΟΝ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟ ΤΥΧΟΝ ΕΠΑΝΑΚΑΘΟΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΜΑΣ ΣΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ, ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΚΑΣΤΕΣ

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, ΚΑΘΗΓΗΤΗ κου ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΜΒΟΥΚΑ :




ΤΟ ΕΤΗΣΙΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ
Α.1. : Το προϊσχύον Εναρμονισμένο Νομοθετικό Πλαίσιο

Έχοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 περ. η του Νόμου 1338/83 «Εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου» (ΦΕΚ 34 Α’/17-3-83) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Νόμου 1440/84 «Συμμετοχή της Ελλάδος στο κεφάλαιο, στα αποθεματικά και στις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, στο κεφάλαιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακος και Χάλυβος και του Οργανισμού Εφοδιασμού EURATOM» (ΦΕΚ 70 Α’/21-5-84) και τροποποιήθηκε από το άρθρο 7 του Νόμου 1775/88 «Εταιρείες παροχής επιχειρηματικού κεφαλαίου και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 101 Α’/24-5-88) και το άρθρο 65 του Νόμου 1892/90 «Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 101 Α’), εξεδόθη η Κ.Υ.Α. Φ1-983 (ΦΕΚ 172 Β’/21-3-91).

Σκοπός της Κ.Υ.Α. αυτής ήταν η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις των Οδηγιών του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 87/102/ΕΟΚ της 22ας Δεκεμβρίου 1986 και 90/88/ΕΟΚ της 22ας Φεβρουαρίου 1990 «για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη», που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθμ. L 42 της 12-2-87 και L61 της 10-3-90 αντιστοίχως.

Στο άρθρο 2 περ.ε) της εν λόγω Κ.Υ.Α. ορίζεται ότι Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (ΕΠΕ) είναι το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, εκφραζόμενο ως ετήσιο ποσοστό του ποσού της παρεχόμενης πίστωσης.

Το ΕΠΕ μίας πίστωσης είναι το επιτόκιο που σε ετήσια βάση εξισώνει παρούσες αξίες του συνόλου των υποχρεώσεων (δανείων, εξοφλήσεων και επιβαρύνσεων) μελλοντικών ή τρεχουσών, που έχουν αναληφθεί από τον πιστωτικό φορέα και τον πιστοδοτούμενο καταναλωτή, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟ ΤΥΠΟ που περιέχεται στο άρθρο 14 της Κ.Υ.Α. και είναι ο εξής:


Ήδη λοιπόν, η ίδια η Κ.Υ.Α. αναφέρει ότι το ΕΠΕ μπορεί να υπολογιστεί ΜΟΝΟΝ είτε αλγεβρικά, είτε μέσω διαδοχικών προσεγγίσεων, είτε μέσω προγράμματος υπολογιστή και πάντως επ’ ουδενί με ΑΠΛΕΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ.

Επιπλέονκατ’ άρθρον 6 παρ. 1 της Κ.Υ.Α. διευκρινίζεται κι αποσαφηνίζεται ότι ο υπολογισμός του ΕΠΕ «γίνεται με την υπόθεση ότι η σύμβαση πίστωσης παραμένει σε ισχύ κατά τη συμφωνηθείσα διάρκειά της» σωρευτικά δε «ο καταναλωτής εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τους όρους και μέσα στις προθεσμίες που έχουν συμφωνηθεί».

Ως λογικά αναγκαίο συμπέρασμα, ΔΕΝ μπορεί να υπολογιστεί ο ΕΠΕ
α) για πίστωση που καταγγέλθηκε ή 
β) για πίστωση στην οποία ο καταναλωτής είναι υπερήμερος έστω και μία ημέρα ή 
γ) για πίστωση στην οποία ο καταναλωτής εκπληρώνει τις υποχρεώσεις έστω και μία ημέρα ενωρίτερα, για τον απλούστατο λόγο ότι οι ως άνω παράγοντες της εξίσωσης μεταβάλλονται και ΔΕΝ παραμένουν σταθεροί.

Επιπλέονκατ’ άρθρον 6 παρ. 2 της Κ.Υ.Α. διευκρινίζεται κι αποσαφηνίζεται ότι «στις συμβάσεις πίστωσης με ρήτρες που επιτρέπουν μεταβολές στο επιτόκιο (βλ. ΚΥΜΑΙΝΟΜΕΝΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ) και στο ποσό ή το ύψος άλλων επιβαρύνσεων που συμπεριλαμβάνονται στο ΕΠΕπου όμως ΔΕΝ είναι δυνατόν να προσδιοριστούν ποσοτικά ΜΕ ΑΚΡΙΒΕΙΑ τη στιγμή του υπολογισμού τουο υπολογισμός του ΕΠΕ γίνεται ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ότι το επιτόκιο και οι λοιπές επιβαρύνσειςΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΣΤΑΘΕΡΑ στο αρχικό τους ύψος και ΙΣΧΥΟΥΝ ΚΑΘΟΛΗ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ της πιστωτικής σύμβασης».

Ως λογικά αναγκαίο συμπέρασμα, ΔΕΝ μπορεί εκ των προτέρων, ήτοι κατά τη σύναψη, να υπολογιστεί ο ΕΠΕ σε καμμία πίστωση με κυμαινόμενο επιτόκιο κι έτσι πρέπει να υπάρχουν τόσες εξισώσεις υπολογισμού του ΕΠΕ όσες είναι και οι μεταβολές του επιτοκίου.

ΣΥΝΟΛΙΚΑ:
Με την έκδοση της Κ.Υ.Α. Φ1-983 (ΦΕΚ 172 Β’/21-3-91), σκοπός της οποίας ήταν η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις των Οδηγιών του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 87/102/ΕΟΚ της 22ας Δεκεμβρίου 1986 και 90/88/ΕΟΚ της 22ας Φεβρουαρίου 1990 «για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη», που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθμ. L 42 της 12-2-87 και L61 της 10-3-90 αντιστοίχως, διαπιστώνουμε τα εξής:
1)  Το Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (ΕΠΕ) μιας πιστωτικής σύμβασης, διαφέρει του ονομαστικού επιτοκίου που αναγράφεται στην εν λόγω πιστωτική σύμβαση.
2)     Το ΕΠΕ, ΔΕΝ μπορεί να υπολογιστεί με ΑΠΛΕΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ, αλλά ΜΟΝΟΝ είτε αλγεβρικά, είτε μέσω διαδοχικών προσεγγίσεων, είτε μέσω προγράμματος υπολογιστή.
3)    Το ΕΠΕ, ΔΕΝ μπορεί να υπολογιστεί για πίστωση που καταγγέλθηκε
4)    Το ΕΠΕ, ΔΕΝ μπορεί να υπολογιστεί για πίστωση στην οποία ο καταναλωτής είναι υπερήμερος έστω και μία ημέρα
5)    Το ΕΠΕ, ΔΕΝ μπορεί να υπολογιστεί για πίστωση στην οποία ο καταναλωτής εκπληρώνει τις υποχρεώσεις έστω και μία ημέρα ενωρίτερα.
6)    Το ΕΠΕ, ΔΕΝ μπορεί να υπολογιστεί άπαξ για πίστωση με κυμαινόμενο επιτόκιο.
7)    Το ΕΠΕ, ΔΕΝ μπορεί να υπολογιστεί άπαξ για πίστωση με ρήτρες που επιτρέπουν μεταβολές στο ποσό ή το ύψος άλλων επιβαρύνσεων που συμπεριλαμβάνονται στο ΕΠΕ, που όμως ΔΕΝ είναι δυνατόν να προσδιοριστούν ποσοτικά ΜΕ ΑΚΡΙΒΕΙΑ τη στιγμή του υπολογισμού του.

Με την Κ.Υ.Α. Ζ1-178/13-2-01 (ΦΕΚ 255 Β’/9-3-01), ο όρος «Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο» και η συντομογραφία «ΕΠΕ» αντικατεστάθη από τον όρο «Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Ποσοστό Επιβάρυνσης» και τη συντομογραφία «ΣΕΠΠΕ» αντιστοίχως.


Α.2. : Το ισχύον Εναρμονισμένο Νομοθετικό Πλαίσιο
Α. Η Κ.Υ.Α. Ζ1-699/2010
Έχοντας υπόψη την Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου  και του Συμβουλίου της 22ης Μαΐου 2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της Οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των ΕΚ, αριθμ. E 133 της 22-5-08, εξεδόθη η  Κ.Υ.Α. Ζ1-699 (ΦΕΚ 917 Β’/23-6-10).

Σκοπός της Κ.Υ.Α. αυτής ήταν η ενσωμάτωση στην Ελληνική Νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου  και του Συμβουλίου της 22ης Μαΐου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και η κατάργηση της Κ.Υ.Α Φ1-983/1991 (ΦΕΚ 172 Β’), όπως αυτή τροποποιήθηκε από τις Κ.Υ.Α. Φ1-5353/1994 (ΦΕΚ 947 Β’) και Ζ1-178/2001 (ΦΕΚ 255 Β’).

Με την έκδοση της Κ.Υ.Α. Ζ1-699/2010 διαπιστώνουμε τα εξής:
1)    Το «Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Ποσοστό Επιβάρυνσης» (ΣΕΠΠΕ) μιας πιστωτικής σύμβασης, διαφέρει του «επιτοκίου χορηγήσεως» που αναγράφεται στην εν λόγω πιστωτική σύμβαση (ίδ. αρ. 3 περ. θ σε συνδ. με περ. ι ).
2)     Το ΣΕΠΠΕ, ΔΕΝ μπορεί να υπολογιστεί με ΑΠΛΕΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ, αλλά ΜΟΝΟΝ είτε αλγεβρικά, είτε μέσω διαδοχικών προσεγγίσεων, είτε μέσω προγράμματος υπολογιστή (ίδ. αρ. 19 παρ. 1, τρόπος υπολογισμού ΣΕΠΠΕ).
3)    Το ΣΕΠΠΕ, ΔΕΝ μπορεί να υπολογιστεί για πίστωση που καταγγέλθηκε (ίδ. αρ. 19 παρ. 3 στ. 1:3)
4)    Το ΣΕΠΠΕ, ΔΕΝ μπορεί να υπολογιστεί για πίστωση στην οποία ο καταναλωτής είναι υπερήμερος έστω και μία ημέρα (ίδ. αρ. 19 παρ. 3 στ.4:6)
5)    Το ΣΕΠΠΕ, ΔΕΝ μπορεί να υπολογιστεί για πίστωση στην οποία ο καταναλωτής εκπληρώνει τις υποχρεώσεις έστω και μία ημέρα ενωρίτερα (ίδ. αρ. 19 παρ. 3 στ.4:6).
6)    Το ΣΕΠΠΕ, ΔΕΝ μπορεί να υπολογιστεί άπαξ για πίστωση με κυμαινόμενο επιτόκιο (ίδ. άρ. 19 παρ. 4 στ. 1:3, 7, 9).
7)    Το ΣΕΠΠΕ, ΔΕΝ μπορεί να υπολογιστεί άπαξ για πίστωση με ρήτρες που επιτρέπουν μεταβολές στο ποσό ή το ύψος άλλων επιβαρύνσεων που συμπεριλαμβάνονται στο ΣΕΠΠΕ, που όμως ΔΕΝ είναι δυνατόν να προσδιοριστούν ποσοτικά ΜΕ ΑΚΡΙΒΕΙΑ τη στιγμή του υπολογισμού του (ίδ. άρ. 19 παρ. 4 στ. 1, 2, 4:10).

ΣΥΝΟΛΙΚΑ:
Τόσο το προγενέστερο Νομοθετικό πλαίσιο, όσο και το νύν, διευκρινίζουν κι αποσαφηνίζουν ότι ο υπολογισμός του ΣΕΠΠΕ (πρώην ΕΠΕ) γίνεται:
α) με ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟ ΤΥΠΟ
ΣΩΡΕΥΤΙΚΑ με την ΥΠΟΘΕΤΙΚΗ παραδοχή ότι
β) όλοι οι παράγοντες του μαθηματικού τύπου είναι ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΕΣ ΣΤΑΘΕΡΕΣ.

Ουσιαστική διαφορά της Κ.Υ.Α. Ζ1-699/2010 με την προγενέστερη Κ.Υ.Α Φ1-983/1991, διαπιστούται ΜΟΝΟΝ στο ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟ ΤΥΠΟ υπολογισμού του ΣΕΠΠΕ (πρώην ΕΠΕ) που αποτυπώνεται στο μέρος Ι του παραρτήματος Ι της Κ.Υ.Α. Ζ1-699 και είναι ο εξής:



Β. Η Κ.Υ.Α. Ζ1-111/2012
Έχοντας υπόψη την οδηγία 2011/90/ΕΕ της Επιτροπής της 14ης Νοεμβρίου 2011 «για την τροποποίηση του μέρους ΙΙ του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με το οποίο προβλέπονται πρόσθετα κριτήρια για τον υπολογισμό του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου» που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των ΕΚ, αριθμ. L 296 της 15.11.2011, σελ. 35, εξεδόθη η  Κ.Υ.Α. Ζ1-111 (ΦΕΚ 627 Β’/7-3-12).

Σκοπός της Κ.Υ.Α. αυτής ήταν ,μεταξύ άλλων και ειδικότερα κατ’ άρθρον 1 της Κ.Υ.Α., η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της οδηγίας 2011/90/ΕΕ της Επιτροπής της 14ης Νοεμβρίου 2011 «για την τροποποίηση του μέρους ΙΙ του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2008/48/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με το οποίο προβλέπονται πρόσθετα κριτήρια για τον υπολογισμό του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου».

Έτσι, κατ’ άρθρον 1 παρ.2 της εν λόγω Κ.Υ.Α, τροποποιείται η προγενέστερη Κ.Υ.Α. Ζ1− 699/23.6.2010 (ΦΕΚ Β΄ 917) και με τα εις αυτό (άρθρο) αναφερόμενα ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ υπολογίζεται ο ΣΕΠΠΕ, γενόμενος ούτως ο εν λόγω υπολογισμός , από μαθηματικά δύσκολος σε μαθηματικά πανδύσκολος.

ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΑΠΟΤΕΛΕΙ Η ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΟΙΚΟΝΟΜΕΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, κου ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΜΒΟΥΚΑ.

Εξ όλων των ανωτέρω ΑΒΙΑΣΤΑ και με πλήρη ΣΑΦΗΝΕΙΑ προκύπτει ότι:

1ον) Το 99,999% [sic] των εκδοθεισών Διαταγών Πληρωμής, ΠΑΣΧΟΥΝ ΕΛΛΕΙΨΕΩΣ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΕΓΓΡΑΦΑ, καθώς αυτές έχουν εκδοθεί ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ Η ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ εκάστης Τραπέζης καθώς ΔΕΝ ΠΡΟΣΚΟΜΙΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΕΓΓΡΑΦΟ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΑΚΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΒΑΣΗ Σ.Ε.Π.Ε., ΑΛΛΑ ΑΠΛΗ ΚΙΝΗΣΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ-ΧΡΕΩΣΗΣ.
Με πιο απλά λόγια, στην κίνηση λογαριασμού όπου αναφέρονται οι ΧΡΕΩΣΕΙΣ & ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ, ΔΕΝ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ότι η τάδε ΧΡΕΩΣΗ ή η δείνα ΠΙΣΤΩΣΗ ανταποκρίνεται στο Σ.Ε.Π.Ε. της δανειακής Σύμβασης.

2ον) Το 100% των Ανακοπών που κρίνουν ΑΟΡΙΣΤΟ τον ισχυρισμό περί μή βέβαιης και μή εκκαθαρισμένης απαίτησης ,ούσα μή υπολογισμένη βάση Σ.Ε.Π.Ε., θα πρέπει να Κριθούν (ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ & ΔΙΚΑΣΤΕΣ) περί του πραγματικού ,τελικώς, ΟΡΙΣΜΕΝΟΥ αυτής ταύτης της εκδοθείσας Διαταγής Πληρωμής.  

3ον) Το 100% των Δικαστών που εκτιμούν ότι, επίδικη απαίτηση με Σ.Ε.Π.Ε. μπορεί να ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΕΙ επί της Έδρας με απλές μαθηματικές πράξεις κι ούτως να ΕΠΑΝΑΚΑΘΟΡΙΣΤΕΙ η οφειλή, ΜΑΛΛΟΝ είναι οι ίδιοι Απόφοιτοι Οικονομικού Πανεπιστημίου, Τομέα Οικονομετρίας και σε δεύτερο πτυχίο αυτό της Νομικής.

ΥΓ: Σ.Ε.Π.Ε. υπάρχει ΚΑΙ στα Στεγαστικά/Επισκευαστικά Δάνεια

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ κος ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΜΒΟΥΚΑΣ




Ο Γεώργιος Α. Βάμβουκας είναι Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (πρώην ΑΣΟΕΕ). Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Οικονομικής Επιστήμης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετεκπαιδεύτηκε στα πανεπιστήμια Bristol (Prel. M.Sc. in Quantitative Economics) και Bath (M.Sc. in Economics) της Μ. Βρετανίας. Έχει αναγορευθεί Διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πειραιά. Οι μεταπτυχιακές του σπουδές στη Μ. Βρετανία χρηματοδοτήθηκαν με υποτροφία του Ιδρύματος Μποδοσάκη. Οι ερευνητικές-συγγραφικές δραστηριότητές του εστιάζονται στους χώρους των Οικονομικών Διακυμάνσεων, της Βιομηχανικής Θεωρίας και Πολιτικής, της Ανταγωνιστικότητας, της Εφαρμοσμένης Οικονομετρίας, της Οικονομικής Ανάπτυξης, των Δημοσίων Οικονομικών, των Διεθνών Οικονομικών και της Μακροοικονομικής Θεωρίας και Πολιτικής.

Έχει διατελέσει Ειδικός Γραμματέας στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Ειδικός Σύμβουλος στο Υπουργείο Πολιτισμού. Υπήρξε επιστημονικός συνεργάτης στο ΚΕΠΕ (Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών), επιστημονικός ερευνητής στο ΙΟΒΕ (Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών) και οικονομικός σύμβουλος στη Βουλή των Ελλήνων. Την περίοδο 1988-2001 υπήρξε μόνιμος Αρθρογράφος-Συνεργάτης του εβδομαδιαίου περιοδικού Οικονομικός Ταχυδρόμος. To δημοσιευμένο επιστημονικό-συγγραφικό του έργο υπερβαίνει τις 200 δημοσιεύσεις, όπως άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά, βιβλία, μονογραφίες, ανακοινώσεις σε διεθνή συνέδρια και διάφορες ερευνητικές μελέτες.

Το ερευνητικό του έργο σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά με τη διαδικασία κριτών, υπερβαίνει τα 40 δημοσιευμένα άρθρα, όπως Southern Economic Journal, Public Finance, Atlantic Economic Journal, Applied Economics, International Economic Journal, International Advances in Economic Research, Applied Economics Letters, Rivista di Politica Economica, Applied Economics Quarterly, Economia Inrernazionale, Archives of Economic History, Journal of Applied Economics, Indian Economic Journal, South-Eastern Europe Journal of Economics κ.λπ. Έχει διατελέσει κριτής σε καταξιωμένα διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Αναφορές (citations) στο επιστημονικό του έργο μνημονεύονται σε έγκυρες διεθνείς βάσεις δεδομένων, όπως Social Sciences Citation Index, Research in Economic Papers, International Bibliography of the Social Sciences, κ.ά.
Essential SSL